Friday, May 25, 2007

Βίβε Κουέρβο


...ή αλλιώς «το πάρτι συνεχίζεται». Θα έλεγα πως όλα ξεκίνησαν από τα πεύκα. Τι πάει να πει αυτό; Θα πει ότι βρέθηκα μέσα στα πεύκα και λίγο πριν ανοίξουν οι ουρανοί άνοιξε η δική μου μύτη με φοβερή καταρροή, εκκωφαντικά φτερνίσματα και βήχα που με τσάκισε. Δε θα πω ψέματα, κλονίστηκα. Όταν άρχισαν και τα προβλήματα στην κατάποση, ο γδαρμένος λαιμός, ο πόνος στο στήθος και τα δέκατα πήρα τη μεγάλη απόφαση να πάω στο γιατρό. Η σκέψη αυτή πραγματοποιήθηκε την Κυριακή όπου έτρωγε όλη η φαμίλια μαζί κυρίως για να εμψυχώσουμε το θείο που θα έμπαινε για εγχείριση την Τρίτη. Αφού καλά φάγαμε και καλά ήπιαμε άρχισα τις ασκήσεις γιόγκας διότι με τους γιατρούς ποτέ δε ξέρεις τι γίνεται. Ως καλόψυχος άνθρωπος που είμαι δεν τόλμησα να πάω το μεσημέρι για να τους αφήσω να κοιμηθούν κι έτσι βρέθηκα να κτυπώ την πόρτα τους γύρω στις 6:30 το απόγευμα.

Έρχεται το λοιπόν η νεαρά γιατρός με τα σιδεράκια, ίδια η Μαρία η άσχημη, να με εξετάσει. Της περιγράφω το ιστορικό κι αρχίζει να κάνει τα δικά της. Μου παίρνουν και αίμα για μια γενική εξέταση και έρχεται η φάση που θέλει να δει τις αμυγδαλές μου. Εγώ με τις αμυγδαλές έχω μια σχέση πάθους και δεν αφήνω όποια κι όποια να τις δει. Κοινώς έχω τρομερό πρόβλημα να βάλω τη γλώσσα μου στη σωστή θέση για να μπορέσει ο εκάστοτε γιατρός να δει παραμέσα, άρα μάλλον και στο τσιμπούκι δε θα είχα και πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Φυσικά δεν το ομολογώ αυτό στη γιατρό και προσπαθώ να της δώσω τις σωστές οδηγίες. Της λέω λοιπόν ότι πρέπει να με αιφνιδιάσει. Δηλαδή να ανοίξω εγώ το στόμα μου, να βγάλω έξω τη γλώσσα με τον τρόπο που τη βολεύει, να κλείσω τα μάτια μου, να βάλει αυτή μέσα στο στόμα μου αυτό το σκατοξυλάκι, να το κρατήσει λίγη ώρα έτσι ώστε εγώ να ξεγελαστώ και να μη ξέρω ότι υπάρχει και τελικά αιφνίδια να το κατεβάσει για να μου πατικώσει τη γλώσσα και να προλάβει να κοιτάξει μέσα πριν αντιδράσω.

Αμ δε! Δεν μπορούσε να τα καταφέρει με τίποτα και φώναξε τον ΩΡΛ που όσο και να το πεις μια πείρα παραπάνω την είχε. Και μια μπίρα θα έλεγα εγώ αλλά πραγματικά δεν είναι της παρούσης. Ο ΩΡΛ αργούσε να έρθει κι αυτή επέμενε να δοκιμάζει. Κάποια στιγμή ήρθε και μου είπε «αισθάνομαι πραγματικά γελοία, άσε με να δοκιμάσω άλλη μια φορά» κάτι που δεν της το αρνήθηκα άσχετα αν η αποτυχία της χτύπησε την πόρτα ξανά. Τότε της είπα ότι έχω γενικά πρόβλημα και να μην ανησυχεί για τις επιδόσεις της, διότι κάθε φορά την ίδια δουλειά έχουμε και όπως φάνηκε θα την είχαμε και στο μέλλον αυτή τη δουλειά αλλά με άλλη γιατρό. Κάποια στιγμή ο ΩΡΛ ήρθε, μ’έβαλε να φωνάζω ααααααααααααααααααα και ν’ αναπνέω από το στόμα ταυτόχρονα και μάλλον το κόλπο έπιασε γιατί κατάφερε και είδε τις αμυγδαλές μου οι οποίες δεν είχαν τίποτα άρα και τζάμπα όλος ο προηγούμενος κόπος.

Έπειτα ήρθε ξανά για να μου δώσει ένα κυπελλάκι που έπρεπε να γεμίσω με ούρα. Εγώ θα προτιμούσα ένα παγωτό κυπελλάκι μιας και δεν είχα και πρόβλημα με τις αμυγδαλές αλλά εκείνη δεν το βρήκε καλή ιδέα και επέμεινε στα ούρα. Απ’ τη στιγμή που είδα τα σιδεράκια σκέφτηκα ότι κάποιο βίτσιο κουβαλάει αυτή αλλά δεν πήγε ο νους μου στην ουρολαγνεία. Σε κάθε περίπτωση, χάρηκα που το ανακάλυψα έγκαιρα, προτού έρθω σε πραγματικά δύσκολη θέση και αφού έκανα τη δουλειά μου της έδωσα το κυπελλάκι έχοντας ένα πολύ απαξιωτικό βλέμμα και πήγα να ρίξω έναν υπνάκο στο εξεταστήριο.

Η σκρόφα κατάλαβε ότι δεν ήμουν διατεθειμένος ν’ακολουθήσω το παιχνίδι της κι έτσι πέταξε στον πάγκο τα σύνεργα για ένα στρεπ-τεστ όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα και με άφησε να περιμένω εκεί. Έβλεπα τα σακουλάκια και όσο αν τα περιεργαζόμουν δε μπορούσα να καταλάβω πως συνδυάζονται. Κάποια στιγμή ήρθε μαζί με έναν άλλον κι εκεί τα χρειάστηκα λίγο. Όχι επειδή ήταν πιο ψηλός από εμένα, στο ξύλο τον είχα, κάτι σύριγγες στην τσέπη του δε μου άρεσαν καθόλου. Τελικά χρησιμοποίησε πιο ύπουλη μέθοδο. Και η γιατρίνα πήρε την εκδίκηση της. Αφού συναρμολόγησε το στρεπ-τεστ πήρε όχι ένα, αλλά δύο σκατοξυλάκια για το λαιμό και τα έβαλε χιαστί ενώ με το άλλο χέρι πήρε ένα πράσινο μακρινάρι σαν μπατονέτα ένα πράγμα και δίχως να με λυπηθεί κατέβασε τη γλώσσα μου όσο κάτω μπορούσε, έχωσε το πράσινο μέχρι τις αμυγδαλές και το έβγαλε μόνο όταν κόντεψα να ξεράσω. Η άλλη η τσούλα κράταγε την λάμπα για να βλέπει ο μπράβος που είχε βάλει να με ξεπαστρέψει και δεν την πήρε από μπροστά μου ακόμη κι όταν όλα είχαν τελειώσει. Αντιλαμβάνεστε ότι αναγκάστηκα να πατήσω το διακόπτη μόνος μου.

Ωσάν το μαλάκα συνέχισα να περιμένω χωρίς να γίνεται κάτι το πραγματικά συγκλονιστικό και αφού έχει πάει η ώρα δέκα και δέκα (θυμίζω φίλε αναγνώστη ήμουν εκεί από τις έξι και τριάντα) έρχεται ο καριόλης που πήγε να με στείλει στον άλλο κόσμο λέγοντας μου ότι βρήκαν ασυνήθιστα υψηλή τιμή κρεατινίνης για την ηλικία μου και θα πρέπει να με κρατήσουν μέσα για εξετάσεις. Κάτι δηλαδή άσχετο με το λόγο για τον οποίο εγώ εμφανίστηκα μπροστά τους αρχικά. Κι επειδή μια σωστή εισαγωγή πάει πακέτο με καρδιογράφημα και ακτινογραφίες τσουπ άλλη αγγαρεία κι επιπλέον αναμονή. Εν τω μεταξύ κατέφθασαν και οι γονείς με τ’απαραίτητα σύνεργα κατάκλισης ενώ εγώ σκεφτόμουν ότι το αίμα (έστω και με αυξημένη κρεατινίνη) κυλάει, εκδίκηση ζητάει κι έπρεπε το ταχύτερο δυνατόν να καταστρώσω σχέδιο εξόντωσης των γιατρών που με καταδίκασαν σε αυτό το μαρτύριο.

Μέχρι να γίνουν όλα αυτά η ώρα έχει πάει έντεκα και μισή ακριβώς και η υπεύθυνη στη γραμματεία μου λέει να περιμένω να ανέβω μαζί με άλλους δύο που είναι για εισαγωγή και πάνε στον ίδιο όροφο για μένα. Της εξηγώ ότι μπορώ να πάω χωρίς παρέα, δε θα χαθώ, το ξέρω το μέρος. Μου λέει ότι κανονικά πρέπει να με συνοδεύσει νοσοκόμος για να μη λιποθυμήσω, χτυπήσω και τα λοιπά και της λέω ότι αναλαμβάνω την ευθύνη διότι δε μπορώ να περιμένω άλλο, είμαι πέντε ώρες στα επείγοντα, ας πάω τουλάχιστον να κοιμηθώ και αφού είδε και το γυαλισμένο μάτι μου δεν πρόβαλε σοβαρές αντιρρήσεις. Πήρα λοιπόν το δρόμο για τον όγδοο όροφο και μόλις μπήκα στο δωμάτιο άκουσα τρεις γέρους να ροχαλίζουν σε όχι και τόσο μελωδικούς ρυθμούς. Έσκασα στα γέλια, έβαλα πιτζάμες, ήρθε κι ένας νοσοκόμος για να μου πάρει ιστορικό, έδιωξα και τους γονείς και ξάπλωσα μπας και ξεκουραστώ.

Αμ δε! Έχω γλαρώσει και είμαι έτοιμος να βουτήξω στο πρωτοϋπνι όταν ένας καριόλης με άσπρη ποδιά αλλά συμπαθητικός κατά τ’ άλλα έρχεται για να με ρωτήσει σχετικά με την ασθένεια. Τον κοιτάω με μισό μάτι και μου λέει αν μπορώ να βγούμε έξω από το θάλαμο για να μην ενοχλούμε τους άλλους που κοιμούνται. Σκέφτηκα ότι μπερδεύτηκε αφού οι άλλοι μας ενοχλούσαν με το ανελέητο ροχαλητό τους αλλά ήταν το προχωρημένο της ώρας και δεν έδωσα σημασία ούτε το τράβηξα γιατί βασικά νύσταζα και ήθελα να κοιμηθώ. Πάω λοιπόν στο γραφείο των ιατρών και του λέω ότι συνέβη με το νι και με το σίγμα. Κάτι που με ρωτούσαν όλοι ήταν αν παίρνω συμπληρώματα διατροφής και διάφορα γυμναστηριακά σκευάσματα. Εγώ έκανα τη μαλακία και τους έπειθα ότι τα μπράτσα μου είναι αποτέλεσμα γυμναστικής και μόνο. Μέγα λάθος. Να το ξέρετε από εδώ και στο εξής πως η σωστή απάντηση είναι ναι παίρνω άσχετα αν δεν έχετε ιδέα από αυτά. Ούτε εγώ έχω αλλά του πούστη, πόσο χειρότερα θα ήταν αν έλεγα ναι;

Ο γιατρός αυτός μου έδωσε τη χαριστική βολή. Ορός. Πάω ξαπλώνω και δεν προλαβαίνω να κλείσω τα μάτια μου, τσουπ μια νοσοκόμα από πίσω με τα σύνεργα της φρίκης. Σκοπός της να μου τοποθετήσει το φλεβοκαθετήρα. Απλώνω τ’ αριστερό μου χέρι, κάνει την κίνηση εκείνη αλλά δε βρίσκει στόχο, πεθαίνω στον πόνο εγώ. Οφείλω να της αναγνωρίσω όμως την καλή πρόθεση, κάνουμε και το σχετικό χιούμορ, καταλήγουμε και γείτονες οπότε όλα καλά. Έρχεται από το δεξί αυτή τη φορά όπου προηγουμένως είχε δει και μια φλεβάρα, δοκιμάζει και με μικρότερο καθετηράκι αλλά το αποτέλεσμα είναι πόνος και μόνο πόνος. Τρίτη και φαρμακερή πάλι στο ίδιο χέρι αλλά πιο ψηλά αυτή τη φορά. Τζίφος αλλά είναι καλή και παραδόξως δε μου έρχεται να τη βρίσω. Είναι μάλλον που με πήρε με το καλό.

Λίγο αργότερα επιστρέφει με μία άλλη νοσοκόμα μεγαλύτερη τόσο σε ηλικία όσο και σε βαθμό η οποία πραγματικά ξέρει τι να κάνει. Μην κοιτάς μου λέει και αρχίζει να μου χαϊδολογάει το χέρι τόσο επιδέξια που προς στιγμήν νόμισα ότι θα συνεχίσει τις θωπείες και λίγο πιο αριστερά και κάτω όπως αντιλαμβανόμουν εγώ το χώρο όντας ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ (έγινε δηλαδή αλλά όχι από εκείνη τη νοσοκόμα και όχι εκείνο το βράδυ) κι ενώ εγώ σκεφτόμουν εντυπωσιακά τσιμπούκια με θέα το Άλσος Στρατού βρέθηκα καλωδιωμένος με τον ορό. Έκτοτε τη συγκεκριμένη δεν την ξαναείδα αλλά έμαθα όλες τις υπόλοιπες με τα μικρά τους και τολμώ να πω ότι έγινα και ο αγαπημένος ασθενή τους.

(συνεχίζεται...)

Sunday, May 20, 2007

"Για ένα κομμάτι ψωμί..." vol III

Είχα σκεφτεί στην αρχή να φορούσα τα ίδια ρούχα με το πρωί έτσι ώστε να της περάσω το μήνυμα ότι δε θα δείξω οίκτο αλλά η φωνή της λογικής πρυτάνευσε μέσα μου κι έτσι κατευθύνθηκα στη ντουλάπα προς αναζήτηση μιας καθαρής αλλαξιάς. Είχα βάλει και ρέγκε μουσική όση ώρα ετοιμαζόμουν, γεγονός που νομίζω ότι ρίχνει τους παλμούς της καρδιάς, γίνεσαι ένα πράγμα σαν τους αθλητές που αποκτούν βραδυκαρδία από την πολύ γυμναστική. Κάπως έτσι λοιπόν είναι τα πράγματα και με τη ρέγκε με αποτέλεσμα αυτή η χαλαρότητα να είχε επίδραση σε κάθε μου πράξη. Για να πλύνω τα δόντια μου χρειάστηκα είκοσι λεπτά ενώ για να κουμπώσω ένα φερμουάρ αφιέρωσα σχεδόν δέκα. Με εξίσου αργούς ρυθμούς οδηγούσα και προς το σπίτι της με αποτέλεσμα να τη στήσω πολύ χαλαρά για μισή ώρα σχεδόν. Κατέβηκε μ’ ένα αέρινο φουστανάκι και στιγμιαία τη λιμπίστηκα όπως ο λύκος το αρνάκι αλλά φρόντισα να υπενθυμίσω στον εαυτό μου ότι ως γνήσιος τσέλιγκας θα έπρεπε να την προστατεύσω και ουχί να κάνω σχέδια για την αποπλάνηση της.

Παραδόξως δεν παραπονέθηκε για την αργοπορία μου, προφανώς είχε κι εκείνη λερωμένη τη φωλιά της, γυναίκα γαρ, σιγά που θα ήταν έτοιμη στην ώρα της και ξεκινήσαμε για το σπίτι του φίλου μου. «Πολύ καλοκαιρινός μου είσαι», είπε και δε ξέρω αν το έλεγε λόγω της ρέγκε μουσικής ή της εμφάνισης μου με το λουλουδάτο υποκάμισο και το περασμένο στο αυτί μου άνθος. Ίσως να αναφερόταν και στο συνδυασμό, δεν την ρώτησα ποτέ όπως και δεν απάντησα και ποτέ αφού απλώς χαμογέλασα αντί να της πω «Είσαι σκέτη καύλα» κάτι που σκεφτόμουν όση ώρα οδηγούσα. Είχαμε φτάσει τελευταίοι άρα και καλύτεροι και αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις ανέλαβα τα χρέη του ψήστη όπως είχα υποσχεθεί στο φίλο μου ότι θα έκανα.

Έριξα τα κάρβουνα και ταυτόχρονα ετοίμαζα και τα κρέατα ενώ εκείνη τους έλεγε για τη δουλειά παραλείποντας το κομμάτι με τους καβγάδες. Είχαν πιάσει την κουβέντα για τα καλά όλοι μαζί κι εγώ καθόμουν ωσάν τον παπάρα να λιώνω από τη ζέστη και να στάζω από τον ιδρώτα. Τότε ήταν που μετάνιωσα για την ακύρωση της απόφασης μου περί της ίδιας ενδυμασίας με το πρωί αλλά ποτέ δεν είναι αργά για εκδίκηση και σκέφτηκα να πάω να τους αγκαλιάσω όλους έτσι με τα γεμάτα λίπος χέρια κάτι όμως που τελικά δεν έγινε ποτέ διότι η Στέλλα σε μία ένδειξη καλής θέλησης ήρθε με μία μπίρα στο χέρι και προσφέρθηκε να μου κάνει λίγο παρέα.

Καθισμένη εκείνη σε μια πλαστική καρέκλα, όρθιος εγώ πάνω από τη φωτιά, η ματιά μου θέλοντας και μη έπεφτε στο θανατερό ντεκολτέ της το οποίο και δεν είχα εκτιμήσει τόσο καιρό στο γραφείο αφού ποτέ δε φόρεσε και το ανάλογο ρούχο. «Λες να είναι σεμνότυφη;» αναρωτήθηκα αλλά απόδιωξα αμέσως την κακή αυτή σκέψη και κοίταξα τα μπουτάκια της, ακόμη ένα μέρος που δεν είχα εκτιμήσει όλο αυτό το διάστημα λόγω των ενδυματικών της επιλογών. Για να μην καρφωθώ στράφηκα προς τα μισοψημένα κομμάτια κρέατος που είχα μπροστά μου κι έριξα λίγο λεμόνι ακόμη.

Η υπόλοιπη βραδιά πέρασε μάλλον ήσυχα, με κουβεντούλα στον κήπο ενώ τα επιτραπέζια έμειναν στα κουτιά τους αφού κανείς δεν είχε όρεξη τελικά μετά το φαγητό. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο για το γυρισμό τη ρώτησα αν ενδιαφέρεται για μεταμεσονύχτια βόλτα. Είπε ναι και ξεκινήσαμε για το Πόρτο Ράφτη. Στρώσαμε κάτι ψάθες στην παραλία και μιλούσαμε για τις ζωές μας, λέγαμε αστεία, πειράζαμε ο ένας τον άλλον. Πήγε σε κάποια στιγμή προς τη θάλασσα και μπήκε μέσα μέχρι τα γόνατα. Γύρισε και μόλις κάθισε κάτω πήρα τα πέλματα της στα χέρια μου κι άρχισα να τα καθαρίζω από την άμμο ενώ στη συνέχεια άρχισα να τα τρίβω κάνοντας ένα υποτυπώδες μασάζ. Μετά της έκανα και στον αυχένα ενώ κρατιόμουν με το ζόρι να μην της πιάσω το στήθος. Αποφασίσαμε να κλείσουμε τη βραδιά μ’ ένα παγωτό κάτι που αν είχαμε χειμώνα θα ήταν σίγουρα βρόμικο.

Στο γυρισμό με ρώτησε αν ήθελα να τη συνοδέψω στις διακοπές της. Δεν είχε ακυρώσει την κράτηση για το ένα δίκλινο αφού σκεφτόταν να πάει έστω και μόνη της. Δέχτηκα αμέσως. Τέσσερις μέρες διακοπές από το πουθενά ήταν θείο δώρο. Περάσαμε από το σπίτι μου, μάζεψα βιαστικά τ’ απαραίτητα και πήγαμε στο δικό της για να φύγουμε από εκεί το πρωί αφού ήταν πολύ πιο κοντά στο λιμάνι. Φτάνοντας στο δωμάτιο, τακτοποιήσαμε τα πράγματα και μπήκε για ένα ντους. Μετά θα πηγαίναμε για φαγητό. Έψαχνε κάτι στο σάκο της όταν πήγα και της τράβηξα την πετσέτα. Το επιφώνημα της, το έπνιξα με τα χείλη μου, τα νύχια της καρφώθηκαν αμέσως στην πλάτη μου, τις επόμενες μέρες θα μ’ έτσουζε το αλάτι στη θάλασσα. Πήγαμε κατευθείαν για βραδινό.

Την Τρίτη που επιστρέψαμε στο γραφείο πέταξα το ταπεράκι με το τζατζίκι που είχε περισσέψει κι εκείνη άρχισε να μου φέρνει καφέ και ντόνατ για τις δύο εβδομάδες που μου απέμεναν.

Saturday, May 19, 2007

Εν Αιθρία...


Άνθρωποι περνάν για να πάνε σπίτια τους, βόλτα, κάπου. Δύο παιδάκια κάνουν ποδήλατο, το ίδιο τετράγωνο κάθε φορά. Ένας άντρας με ένα σακίδιο στην πλάτη μοιράζει φυλλάδια στις πόρτες. Το βλέμμα όλων καρφώνεται στο μπορντώ αυτοκίνητο που λες και βγήκε από τη διαφήμιση του Πεζώ 207. Και δεν είναι Γενάρης για να νυχτώνει από τις έξι. Αυτήν την ώρα φαίνονται όλα. Κι ύστερα τα σημάδια απ' τα υγρά της πάνω στο μαύρο παντελόνι της φόρμας προκαλούν το γέλιο και την απορία στους δύο ταβλαδόρους, "Μα καλά, πως; που; είναι δυνατόν;". Είναι. Κλειδί στην πόρτα, σκέψη να μπω γρήγορα γρήγορα μέσα στο δωμάτιο και να μη με καταλάβει κανείς. Μάταιο. Έρχομαι μπροστά στον απόλυτο πόνο. Στον άνθρωπο που έχασε το χαμόγελο του, που η φωνή του βγαίνει βραχνή, μέχρι την Τρίτη που θα σταματήσει να βγαίνει. Μάλλον γι' αυτό καθόμαστε όλοι σιωπηλοί και κοιτάζουμε αφηρημένα το χώρο. Καρκίνος. Σαν το ζώδιο της.

Wednesday, May 16, 2007

Παρένθεση

Κάνω ταξίδια
πίνω τα ξύδια
μα όλα μένουν ίδια

Tuesday, May 15, 2007

"Για ένα κομμάτι ψωμί..." vol II

Διότι είναι και αυτό που λένε αν έχεις τύχη διάβαινε. Κι εντάξει, μπορεί Γκαστόνε να μη με λες αλλά δεν είμαι και Ντόναλντ. Είχαμε μοιράσει τη μουσική στο γραφείο ανα μέρα. Μας πήγαινε μία μία κι εγώ δεν είχα διαλέξει μια τυχαία μέρα να φέρω το τζατζίκι. Ναι η μαντεψιά σας είναι σωστή. Ήταν η σειρά μου να γίνω ντι τζέι και για να της ρίξω στάχτη στα μάτια έχω φέρει Λοΐζο που ήταν ο αγαπημένος της. Αν την έβαζες σ’ ένα κελί σκοτεινό χωρίς φαϊ και νερό αλλά με Λοΐζο θα την πάλευε μια χαρά. Εννοείται πως όλες τις μέρες δεν άκουγε τίποτα άλλο και είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι ήθελε να με καταντήσει αλκοολικό σαν και το συνθέτη.

Αλλά πίσω έχει αχλάδα η ουρά κι έτσι έκανα την κίνηση ματ. Όχι τίποτα άλλο αλλά την έκανα να αισθανθεί και άσχημα που μου έβαλε τις φωνές επειδή έβγαλα το ταπεράκι με την αγαπημένη μου σος για να το τοποθετήσω στο ψυγείο. Πως λέμε έτριβε τα μάτια της; Ε εκείνη έτριβε και τ’ αυτιά της ενώ εγώ καρτερικά μετρούσα από μέσα μου το χρόνο. Τι περίμενα; Να ηρεμήσει εντελώς από την προηγούμενη μάχη για να περάσω στη δεύτερη κατά μέτωπον επίθεση. Όταν είδα να φεύγει από το πρόσωπο της το στράβωμα τύπου εγκεφαλικό κατεδάφισα τον πρώτο από τους δίδυμους πύργους. Άντζελα Δημητρίου, Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Βασίλης Τερλέγκας, Σταμάτης Γονίδης, Αντύπας, Λευτέρης Πανταζής, Γιώργος Μαργαρίτης και Ρίτα Σακελλαρίου σε όλες τις αξέχαστες επιτυχίες τους. Επίσκεψη στην τουαλέτα ανα εικοσάλεπτο αυστηρά με ανάλογη θεατρική κίνηση, στροφή ζεμπεκιάς, βαρύς αναστεναγμός και τίναγμα του κεφαλιού ισοδύναμα και τα τρία με ένα κωλοδάχτυλο περιωπής.

Είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα όχι τόσο για την υψηλή ομολογουμένως ποιότητα της μουσικής αλλά κυρίως επειδή ξεγελάστηκε. Επειδή την πάτησε. Επειδή με πίστεψε ότι έκανα κίνηση συμφιλίωσης κι εκείνη αισθάνθηκε ένοχη που φώναξε για λίγο τζατζικάκι ενώ εγώ θυσίασα τη μέρα της μουσικής μου για ν’ ακούσει τον αγαπημένο της συνθέτη. Αυτό ήταν που την πείραξε. Κι αυτό ήταν που περίμενα. Έτριβα τα χέρια μου από ικανοποίηση μπροστά της και φώναζα yes ή έκανα το σήμα της νίκης επειδή και καλά είχα ολοκληρώσει ένα δύσκολο κομμάτι του πρότζεκτ ενώ το μέχρι τα ώτα μου χαμόγελο καταμαρτυρούσε το σκοπό των πράξεων μου. Αυτή τη φορά δε χρειαζόμουν ναρκαλιευτή για να πάρω αέρα, είχα γίνει πιο σαρωτικός κι από τυφώνα.

Τη χαριστική βολή όμως δεν την έδωσα εγώ όπως αρχικά σκόπευα. Την είδα να μιλάει στο τηλέφωνο, να κοκκινίζει, να το κοπανάει και να βαλαντώνει στο κλάμα. Ήρθα σε δύσκολη θέση. Δεν ήξερα αν είχε γίνει κάτι ή το έκανε προσποιητά για να τη λυπηθώ, να κάνω πίσω και να ρεφάρει που με τη σειρά μου θα την είχα πιστέψει. Κάνω τότε κίνηση εμπνευσμένη από τον Κασπάροβ έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση να έχω τον τελευταίο λόγο. Πάω στο ψυγείο, παίρνω το τάπερ με το τζατζίκι, βγάζω και από το συρτάρι μου κάτι φρυγανιές σικάλεως που είχα και ξεκινώ τα μακροβούτια φροντίζοντας ν’ αναπνέω με τον κατάλληλο τρόπο για να βρομοκοπήσει ο τόπος.

Είμαι στη δεύτερη φρυγανιά, η άλλη συνεχίζει να μυξοκλαίει και αλλάζω ξανά το ρεπερτόριο σε Λοϊζο. Σκουπίζω κάτι ψίχουλα και πάω να τα πετάξω στο καλαθάκι για να δω κυρίως τις αντιδράσεις της. Αυτό ήταν. Την τελείωσα. Το κλάμα ξαναδυνάμωσε κι εγώ σιγουρεύτηκα ότι δεν το παίζει αλλά πραγματικά κάτι συμβαίνει. Είχα βέβαια κι ένα δισταγμό στο να πάω κοντά της και να της μιλήσω διότι η μυρωδιά μυρωδιά και μάλιστα φρεσκότατη. Απορρίπτω αμέσως την ιδέα του να μασήσω λίγο σαπούνι διότι αφενός η μπόχα δε θα έφευγε αφού προέρχεται από το στομάχι, αφετέρου θα έπρεπε να ξεπλένω το στόμα μου μία ώρα από τους αφρούς που θα έβγαζα. Εκτός κι αν ήθελα να το παίξω λυσσασμένος κάτι που όμως δεν ήταν στα άμεσα σχέδια μου.

Φτιάχνω ένα καφεδάκι μπας και σώσω κάπως τα πράγματα και σπάσει λίγο η σκορδίλα ενώ τάχα δήθεν αμέριμνος τη ρωτάω τι έγινε κι αν έχει σχέση με την εργασία. Πάει κάτι να πει, τη βλέπω ότι διστάζει και αμφιταλαντεύομαι για το αν θα πρέπει να την παροτρύνω ή όχι να μιλήσει. Τελικά υποκύπτω και τη ρωτάω αν θέλει να της φτιάξω κι εκείνης καφέ. Ξαφνιάζεται αλλά δέχεται. Ξαναπάω λοιπόν μέσα και επιστρέφω με ένα σπέσιαλ φραπεδάκι το οποίο και προσφέρω με όλη την ευγένεια που με διακρίνει, μια άγνωστη για εκείνη πτυχή του εαυτού μου.

Κάθομαι ξανά στο γραφείο και στέλνω mail σ’ έναν κολλητό με συγκεκριμένες οδηγίες για τηλεφώνημα του προς εμένα που θα λάμβανε χώρα έπειτα από μία ώρα ακριβώς. Την ξαναρωτάω για το κλάμα και αρχίζει να μου λέει για το ζόρικο καλοκαίρι που περνάει με το διδακτορικό, για μια δημοσίευση που έπρεπε να προλάβει να βγάλει και πως στην ουσία δε θα πήγαινε καθόλου διακοπές και θα έπηζε στην Αθήνα κάτι που θα συνέβαινε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Είχε κανονίσει λοιπόν να φύγει για ένα τετραήμερο το οποίο και της ακυρώσανε κυριολεκτικά τελευταία στιγμή αφού την επόμενη μέρα θα έφευγε.

Δε χωρούσε αμφιβολία ότι ήμουν ο θριαμβευτής και μάλιστα πολύ πιο εύκολα απ’ ότι περίμενα. Μ’ έπιασε βέβαια να κάνω και τον καλό Σαμαρείτη και γι’ αυτό είχα βάλει και το φίλο μου να με πάρει τηλέφωνο. Είχε κανονίσει να μαζευτούμε σπίτι του το βράδυ για μπάρμπεκιου και επιτραπέζια οπότε σκέφτηκα να καλέσω και τη Στέλλα για να ξεσκάσει. Μου τηλεφώνησε όπως είχαμε κανονίσει κι εγώ εσκεμμένα επαναλάμβανα τις λεπτομέρειες. Κλείνοντας το τηλέφωνο της πρότεινα να έρθει μαζί μου αφού όπως με τα ίδια της τ’ αυτιά είχε ακούσει ο φίλος με προέτρεπε να φέρω κι όποιον άλλο θέλω μαζί μου. Δε χρειάστηκε και πολύ ψηστήρι, αφού ήταν σκασμένη με τις εξελίξεις και κανονίσαμε να περάσω το βράδυ να την πάρω από το σπίτι της.

(συνεχίζεται...)

Για ένα κομμάτι ψωμί...

Είναι η εποχή που μόλις έχω απολυθεί από το στρατό και ψάχνω τρόπους για να ενισχύσω το πενιχρό μηνιαίο εισόδημα που είχα συνηθίσει από τη μαμά πατρίδα, τα ολόκληρα δηλαδή 8,72 ευρώ που συνήθως με έφταναν για να βγάλω τις πρώτες ώρες του μήνα. Και όπως πολύ σωστά καταλάβατε ήταν και οι δύσκολες ώρες του μήνα όπως ακριβώς είναι και οι δύσκολες μέρες για τις γυναίκες. Αν και γενικά με το στρατό δεν είχα καμία δυσκολία ωστόσο αυτές οι ώρες υπήρχαν και μάλιστα θα τις είχα κάνει και ταινία αν δεν υπήρχε η ομώνυμη νουβέλα που μου στέρησε μια γκανιάν επιτυχία. Περνάω λοιπόν από ένα γνωστό ο οποίος ευτυχώς έπιασε αμέσως το σκεπτικό μου και μ’έστειλε στον κατάλληλο τύπο ο οποίος με τη σειρά του με οδηγεί σ’ένα πράγμα σαν εργαστήριο και μου λέει ότι για 2 μήνες θα συνεργαστείς εδώ με αυτήν την κοπέλα που κάνει το διδακτορικό της και σε αυτόν τον τομέα θα τη βοηθήσεις εσύ. Κάθισα σ’έναν υπολογιστή και άρχισα να συντάσσω το κείμενο της παραίτησης μου. Θα ήταν η πρώτη παραίτηση εργαζομένου μέσα σε 3 λεπτά. Τόσα χρειάστηκα για να τη μισήσω. Τέτοιο ύφος ούτε η Ελισάβετ. Καθώς είχα φτάσει στην τελευταία παράγραφο αποφάσισα να ρίξω μια πασιέντζα για να χαλαρώσω και να φαίνομαι πιο ήρεμος καθώς θα αφήνω το χαρτί. Τελικά δε μου έβγαινε με τίποτα και είχα πεισμώσει τόσο που πέρασε μία ώρα μέχρι να καταφέρω να δω τις τράπουλες να χοροπηδάνε και φυσικά δεν είχα ηρεμήσει κι έτσι άρχισα να παίζω ναρκαλιευτή στο πρώτο επίπεδο για να αισθανθώ νικητής. Είναι σημαντικό να αισθάνεσαι νικητής ακόμη και σε μικρά ασήμαντα πράγματα διότι μετά που πας για τα μεγάλα έχεις έναν αέρα που ναι μεν μπορεί να χαρακτηριστεί και ως κοπανιστός, δεν παύει όμως να είναι ένας αέρας, συνήθως όχι λίβας και με τέτοιο καλοκαίρι που θα έχουμε μια χρησιμότητα την έχει. Ο αέρας αυτός λοιπόν τελικά δεν ήρθε ποτέ διότι έφτασε πρώτη η Στέλλα με κάτι ντόνατς και καφέδες. Έσκισα λοιπόν το χαρτί χωρίς να το δει κανείς, έσβησα και το σχετικό αρχείο και περίμενα να μου πει να πάρω καφέ και ντόνατ. Περίμενα λιγότερο απ’ όσο χρειάστηκε να βγει η πασιέντζα για να καταλάβω πως ο δεύτερος καφές προοριζόταν για αλλού. Τσατισμένος λοιπόν ρίχνω ένα ρέψιμο για να καταλάβει ότι εμείς οι δύο δεν θα τα πάμε καλά αν συνεχίσει στους ίδιους ρυθμούς. Με κοίταξε με μια απέχθεια κι εγώ χαμογέλασα ειρωνικά σκεφτόμενος «Ναι μωρή καριόλα μ’ αυτό το γουρούνι θα συνεργαστείς τους επόμενους δύο μήνες». Έκτοτε ξεκίνησε ένας ανελέητος πόλεμος. Φαρμακερά βέλη εκατέρωθεν. Κοινώς της πουτάνας. Η έκβαση αμφίβολη. Κανείς δεν έκανε ούτε μισό βηματάκι πίσω και όλο το ινστιτούτο είχε να λέει για τους ομηρικούς καβγάδες. Εμένα μου έδινε κουράγιο και πίστη το γεγονός ότι είχα ημερομηνία λήξης, εκείνη ληγμένη προφανώς από καταβολής του κόσμου δεν είχε τίποτα να ελπίζει οπότε και δεν πτοούνταν. Εκείνη την περίοδο είχα φάει τόσο τζατζίκι όσο τρώει ο μέσος άνθρωπος σε ολόκληρη τη ζωή του. Στη χωριάτικη σαλάτα έκοβα πάντα 2 κρεμμύδια και γενικώς είχα προσθέσει στο DNA μου αυτό το ευωδιαστό άρωμα «σκόρδο+κρεμμύδι=θάνατος». Την πλησίαζα όσο πιο κοντά μπορούσα, καλοκαίρι, ντάλα ο ήλιος έξω, μόνο με κλιματισμό στην αίθουσα κι επομένως εξαερισμό μηδέν, η ατμόσφαιρα ήταν κάπως βαριά. Ήμουν σίγουρα ο πιο ορκισμένος εχθρός της. Με μισούσε θανάσιμα. Την ημέρα που πήγα ένα ταπεράκι με τζατζίκι στο γραφείο κοντέψαμε να έρθουμε στα χέρια. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.

(συνεχίζεται...)

Saturday, May 12, 2007

SpiderFuck

Άκουσα στο ραδιόφωνο για μια αράχνη της οποίας το δηλητήριο προκαλεί παρατεταμένη στύση στον παθόντα αλλά μην τρέξεις φίλε αναγνώστη στους αγρούς διότι μετά την καύλα έρχεται και ο θάνατος. Γίνονται μελέτες για τη χρήση του δηλητηρίου σε μικρές ποσότητες έτσι ώστε να είναι ακίνδυνο για τη ζωή αλλά σωτήριο για την ανδρική ανικανότητα. Εγώ πάντως ήδη φαντάζομαι τη συνέχεια του spider-man και είναι αδικία πραγματικά που η ανακοίνωση αυτή δεν συνέπεσε με την πρεμιέρα και της ταινίας στους κινηματογράφους. Στην πορνογραφική πάντως μεταφορά της ταινίας εικάζω ότι ο σούπερ ήρωας θα χύνει ιστό.

Μιλώ για Σένα

Μιλώ με τα ψηλά τ'απάτητα βουνά
και τους μιλώ για σένα
πως έχεις ομορφιά και φρύδια τοξωτά
σαν πέτρινα γεφύρια

Και μ' απάντησαν:
''Τα γεφύρια χορταριάζουν.
Άμοιρη ψυχή μη ξεγελαστείς''.

Μιλώ με τ'ουρανού τα μαύρα σύννεφα
και τους μιλώ για σένα
πως όταν περπατάς, γλυκά όπου πατάς
η στέρφα γη ανθίζει

Και μ' απάντησαν:
"Η γη ανθίζει εκεί που θέλει.
Άμοιρη ψυχή μη ξεγελαστείς."

Μιλώ με τις πηγές που ζούνε μοναχές
και τους μιλώ για σένα
πως όταν με κοιτάς, σαν λες πως μ'αγαπάς
αγγέλοι φτερουγίζουν

Και μ' απάντησαν:
"Είναι χάρτινοι οι αγγέλοι.
Άμοιρη ψυχή μη ξεγελαστείς."

Friday, May 11, 2007

Of Pain and Trust

"So who's sure about his wife? Oh the cp guy! Let's give it a try. Hmm, what that mazonaki stands for?"

"Never mind..."

Promises

She's going to leave him over
She's gonna take her love away
So much for your eternal vows, well
It does not matter anyway.

Oh, all the promises we made
All the meaningless and empty words
I prayed, prayed, prayed.
Oh , all the promises we broke
All the meaningless and empty words
I spoke, spoke, spoke

Monday, May 07, 2007

Προσεχώς Κοντά Σας

Για λόγους ανωτέρας βίας θα είναι αδύνατο το ποστάρισμα το διάστημα μεταξύ 7 και 25 Μαΐου. Ενδεχομένως να υπάρξουν κάποιες αιφνίδιες παρεμβάσεις αλλά δε μπορώ να εγγυηθώ για την ύπαρξη τούτων. Εις το επανιδείν.

Sunday, May 06, 2007

τρεις και πέντε

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ, τη λογική απαρνιέμαι
μ' ένα σαράκι αρμένικο για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι

Saturday, May 05, 2007

Λάρισα Ελλάδα - Λάρισα Ευρώπη / Έφτασε η ώρα είσαι και η πρώτη

Πηνειός και Όλυμπος σ'έχουνε καμάρι
τώρα προσκυνάνε μπροστά σου οι μεγάλοι

Στη Θεσσαλία τώρα όλοι καμαρώνουν
τα παιδιά τα βυσσινί τα αποθεώνουν

Αστέρια, Γη και Ουρανός

«Έρχονται δύσκολες μέρες» σκέφτηκα καθώς άνοιγα τα μάτια μου καθόλου ευχαριστημένος που είχα ξυπνήσει παρά τη θέληση μου. Κι ενώ είχα προνοήσει βγάζοντας το σταθερό από την πρίζα και κλείνοντας το κινητό δε μπορούσα να φανταστώ ότι το μεσημεριανό μου φαγητό θα έφερνε την καταστροφή. Το φρέσκο κρεμμύδι έκανε κανονικό ταξίδι και καθώς ανέπνεα όχι με τόσο γρήγορους ρυθμούς, το άρωμα που έβγαινε από το στόμα μου, κατέληγε στα ρουθούνια μου τα οποία ευαίσθητα καθώς έχουν γίνει από την κόκα δεν άντεξαν κι άρχισα να στριφογυρίζω σα δαιμονισμένος. Τελικά δεν άντεξα και σηκώθηκα ενώ κατάλαβα πως και τα μαυρομάτικα φασόλια που είχα πασπαλίσει με το ψιλοκομμένο κρεμμύδι μου είχαν κάτσει κάπως βαριά. Μία κόκα κόλα που ήπια δεν είχε τα σπουδαία και θεαματικά αποτελέσματα που περίμενα κι έτσι δεν έμενε τίποτα άλλο από το να πλατσουρίσω στη μπανιέρα για να χαλαρώσω λιγάκι και ίσως αν στεκόμουν τυχερός να έπαιρνα έναν υπνάκο ακόμη.

Τελικά ύπνο δεν πρόλαβα να πάρω αλλά ευχαριστήθηκα πολύ όλη αυτήν την ατμόσφαιρα με τους υδρατμούς και το καυτό νερό. Βγήκα λοιπόν αυτό που λέμε άλλος άνθρωπος στο ίδιο σώμα και ξεκίνησα να ετοιμάζομαι αφού είχα από το πρωί κανονίσει τη βραδινή μου έξοδο. Ο ζύθος θα είχε την τιμητική του υπό κανονικές συνθήκες αλλά με τέτοιο στομάχι προτίμησα κάτι πιο ελαφρύ όπως είναι το τζιν για να ταιριάζει και με το παντελόνι μου. Έπινα το ποτό μου λοιπόν ήσυχα ήσυχα και σε κάποια φάση που πάνω στη συζήτηση άναψαν τα αίματα τινάζω το χέρι μου και πετυχαίνω νεαρά κορασίδα της οποίας το ποτό που μέσα στα χέρια της κρατούσε εξαφανίστηκε κι εγώ αισθάνθηκα κάπως σαν τον κόπερφιλντ. Επειδή όμως όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχει αληθινή μαγεία κι όλα αυτά είναι οφθαλμαπάτες στρέφοντας το βλέμμα μου χαμηλά ανακάλυψα μερικά γυαλιά, παγάκια, μία φέτα πορτοκάλι κι ένα κολλώδες υγρό που προς στιγμή μου θύμισε το απογευματινό μου μπάνιο. Ως όφειλα αντικατέστησα το ποτό τάχιστα και απηύθυνα πρόσκληση για συγκερασμό των δύο ανθρώπινων ομάδων δηλαδή της παρέας της με την παρέα μου κι έτσι οι ισορροπίες άλλαξαν και το σύνολο ήταν ένας μονός αριθμός.

Στην πορεία της κουβέντας τη ρώτησα με τι ασχολείται και μου απάντησε ότι είναι ανθυπολοχαγός. Εγώ ρώτησα «ανθυπολοχαζός;» και κοίταξα με μια κίνηση όλο νόημα τα αστέρια στον ουρανό. Παρόλο που δε γέλασε με το αστείο μου η βραδιά κύλησε μάλλον ευχάριστα ώσπου ήρθε και η ώρα του αποχαιρετισμού. Έμενε σ’ ένα μικρό τριάρι στην Άνω Κυψέλη και προσφέρθηκα να την πάω. Εκείνη δέχτηκε και είκοσι λεπτά αργότερα της έγλειφα το στήθος. Σκέφτηκα να της πω να φορέσει τη στολή αλλά μπορεί να μην ήταν σιδερωμένη και να ξενέρωνα οπότε δεν το ανέφερα καν. Οι κραυγές της ήταν το κάτι άλλο. Ευχαριστιόμουν να την ακούω και μόνο ενώ προσπαθούσα να μπω και λίγο στο ρόλο του φαντάρου κάτι που ομολογουμένως δε μπορούσα να καταφέρω με τίποτα. Ξαφνικά την ακούω να μου λέει «Κάνε με να μη μπορώ να δω μπροστά μου» και βγάζω από την αριστερή κωλότσεπη κάτι φακούς επαφής που έχω πρόχειρους για κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Τους εφαρμόζω τσακ μπαμ με δυο κινήσεις άλα Μαραντόνα και η γαλονού μόλις και μετα βίας με ξεχωρίζει. Έχω πάρει πλέον το πάνω χέρι και παίζω μπάλα όπως θέλω. «Πρώτη φορά με κάνει κάποιος να ζαλίζομαι έτσι», μου λέει κι εγώ της απαντώ «Και που να είχαμε και στρώμα νερού να σε πιάσει και η ναυτία» ενώ από μέσα μου σκέφτομαι ότι με φακούς επαφής για δέκα βαθμούς μυωπίας πάλι καλά που δεν λιποθύμησε. Την ώρα που της έβγαζα τους φακούς μου είπε «Πω, πω μου πέταξες τα μάτια έξω» και δάκρυσε από το τρίψιμο των ματιών. Πήγαμε στο σαλόνι της, βάλαμε από ένα ποτό και καθίσαμε να δούμε διαφημίσεις από τηλεμάρκετινγκ για να γουστάρουμε. Περιμέναμε έτσι ως την ανατολή του ηλίου για έπαρση σημαίας και εθνικό ύμνο που τον έλεγα κάπως φάλτσα αλλά δεν φάνηκε να την πειράζει, ευτυχώς. Τελικά έφυγα μ’ένα χακί καλσόν στην τσέπη, λάφυρο μιας τέτοιας αστεράτης βραδιάς.

Friday, May 04, 2007

Εργασιακή Ποίηση

Μυρίζει πεύκο η ψωλή μου
απο ένα αφρόλουτρο φτηνό
Μα αν τ' άρωμα του ήταν peach
τώρα θα ήσουνα dead bitch

Thursday, May 03, 2007

"...με τ’αγκάθινο στεφάνι που’χες πάντα πρόχειρα."

Ο Γιάννης κύλησε αργά μέσα της ήταν η πρώτη πρόταση που μου ήρθε στο μυαλό λίγες μέρες νωρίτερα αλλά τελικά δε μου αρέσει κι επομένως πρέπει να βρω μια άλλη πρόταση για να ξεκινήσω. Επίσης το μεσημέρι που έτρωγα είχα μια σκέψη και θέλω να τη μοιραστώ μαζί σας. Πάμε πίσω λοιπόν στα χρόνια τα παλιά τότε που τα συνοικέσια έδιναν και έπαιρναν ειδικά στην πάντα αθάνατη ελληνική επαρχία. Για να μη μακρηγορούμε όμως έστω το x προξενιό όπου ο y γαμπρός γνωρίζει τη z νύφη και έτσι σχηματίζεται το τριαξονικό σύστημα xyz. Παίρνουμε το λοιπόν αυτό το πακετάκι και το τοποθετούμε στο δωμάτιο που θα βρεθούν τα δυο τους για πρώτη φορά και μάλιστα είναι το δωμάτιο στο οποίο θα κοιμηθούν κιόλας. Προφανώς και δεν ξεχειλίζει το πάθος και η λαχτάρα για το σμίξιμο, δύο άγνωστοι είναι μη ξεχνάμε. Αφήστε που πολλές κοπέλες ήταν και παρθένες οπότε υπήρχε κι ένα θέμα. Γύριζαν πλευρό κι έλεγαν καληνύχτα; Τηλεόραση ακόμη στα δωμάτια δεν υπήρχε, δεν είχε γίνει καθεστώς. Έχουμε ένα θέμα λοιπόν εδώ. Με βάση λοιπόν αυτόν τον προβληματισμό σας έχω μια ιστορία αλλά όχι για τώρα, με περιορίζει ο χρόνος και ο τόπος.

Tuesday, May 01, 2007

"...Και τις στιγμές τις όμορφες σαν χέλια πως γλυστράν..."

Γύρισε σπίτι της αργά με μια προσμονή χωρίς όμως να ξέρει τι ακριβώς έπρεπε να περιμένει και γιατί. Άνοιξε τον υπολογιστή και στη συνέχεια το ραδιόφωνο στο κομοδίνο της κι έμεινε με τα εσώρουχα μόνο βαμμένη και με τον ιδρώτα να ‘χει στεγνώσει πάνω της.

«Μπήκε στη ντίσκο σαν άγριο παγώνι / Σάββατο βράδυ κάτι μύρισε σαν αίμα / Όλη τη νύχτα χόρεψε στην πίστα μόνη / Κι ήτανε όμορφη σαν ψέμα»

Γέλασε δυνατά ακούγοντας τους στίχους αυτούς και άρχισε να πάλλεται η γραμμή ανάμεσα στα τοξωτά φρύδια της. Άρχισε να διαβάζει μία μία τις σειρές κι ένιωθε να στροβιλίζεται όπως στην πίστα. Ζηλεύεις μόνο όταν αγαπάς της είχε πει κάποτε, σαράκι της έτρωγε την ψυχή μα υπήρχε ο όρκος του για να την καθησυχάσει. Και όταν έγιναν όλα αυτά ήταν ήδη Μάιος.

Monday, April 30, 2007

Ταραχή

Κουμπώνω μια λυσοπαϊνη (τη γνωστή υπογλώσσια καραμέλα κατά της λύσσας που όμως είναι χρήσιμη και σ’ένα σωρό άλλες περιπτώσεις όπως π.χ. δυσπεψία ή αίσθημα κνησμού στον αγκώνα) και πριν προλάβει να διαλυθεί απ’ τα πτύελα μου κάνω γαργάρες με το παραδοσιακό πλέον στοματικό μου διάλυμα, μια κόκα κόλα, γεγονός που με κάνει ν’ αρχίσω να βγάζω αφρούς από το στόμα κάνοντας με να σκεφτώ πως η συγκεκριμένη καραμέλα μαζί με κόκα κόλα και μια ρετσίνα της σειράς θα ήταν ότι ακριβώς χρειάζεται κάποιος για την παραγωγή σαμπάνιας, κοινώς τον οίνο τον αφρώδη. Είσαι για παράδειγμα σπίτι σου κι έχεις ξεμείνει από σαμπάνιες αλλά θες να το γλεντήσεις αναλόγως. Γιατί να ντροπιαστείς; Με αυτά τα πολύ απλά συστατικά γίνεσαι Χριστός που έκανε το νερό κρασί. Φαντάσου τώρα να πας σε κανένα μεζεδοπωλείο με το Χριστό και να παραγγέλνεις εμφιαλωμένα νερά του 1.5 λίτρου και αυτός να τα κάνει κρασί. Η χαρά του τσίπη. Και η χαρά στην τσέπη.

Έχω έρθει το λοιπόν στο κέφι και μοστράρω λουστρίνι μυτερό παπουτσάκι, αβανταδόρικο παντελόνι με τσάκιση, μεταξωτό υποκάμισο γνωστού ιταλικού οίκου με μανικετόκουμπα που απεικονίζουν το Γκούφυ και ανάλογο γιλέκο με το σχετικό εξοπλισμό στις εξωτερικές τσέπες ενώ και η γραβάτα με τον παχύ τον κόμπο, ναυτικό θαρρείς, χρησιμεύει για να σκουπίζω τον ιδρώτα από το μέτωπο μου καθώς ο ήλιος κοιτάει πούστικα από ψηλά και σε τσιτσιρίζει. Το καουμπόικο καπέλο δεν προσφέρει ιδιαίτερη προστασία ενώ εγώ ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του γιατρού παίζω με το κεχριμπαρένιο κομπολόι μου μην έχοντας πραγματικά κάποια σοβαρή εναλλακτική επιλογή εκτός ενδεχομένως από κάποιες τυχαίες ονειρώξεις που όμως έχω τόσο άσπλαχνα θυσιάσει ανταλλάσσοντας τον μεσημεριανό μου ύπνο με ένα καφέ στο Θησείο.

Ο ήχος του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου καθώς στέκομαι όρθιος πλάι σε μια κολόνα κάνει τα μάτια μου να κλείνουν και να γεμίζουν με χιλιάδες εικόνες πανηδονιστικής κυρίως φύσης και φάσης τις οποίες όμως μ’ ένα απότομο τίναγμα των βλεφάρων απορρίπτω και προσηλώνομαι σε αυτήν την έντονα ερωτική φωνή αναγγελίας του επόμενου σταθμού μετρώντας με τα δάχτυλα του ενός χεριού μου στα κρυφά πίσω από την πλάτη για το πόσες στάσεις μένουν ακόμη έτσι ώστε να μην ξεφτιλιστώ και κατεβώ στην επόμενη η οποία εδώ που τα λέμε μόνο πετροβολισμούς σε ντέρμπι αιωνίων έχει να μου προσφέρει σαν θύμησες.

Με το αριστερό μου χέρι σε στάση σφιχτής γροθιάς παίρνω γραμμή ότι πρέπει να κατέβω παρόλο που το όλο παρουσιαστικό μου παραπέμπει μάλλον σε έμπειρο παίκτη της ελληνικής ρώσικης ρουλέτας, μια παραλλαγή του γνωστού σε όλους μας από τα παιδικά κυρίως χρόνια «πέτρα, ψαλίδι, μολύβι, χαρτί» όπου μια καλή εφαρμογή του νόμου των πιθανοτήτων μπορεί να σε κάνει όχι απλά να κερδίσεις αλλά να θριαμβεύσεις έναντι και του πιο ζόρικου αντιπάλου εκτός και αν αυτός έχει μαζί του καμια κοτρώνα ή κανένα ψαλίδι όπως αυτά που χρησιμοποιούμε στον κούρο των προβάτων που εύκολα σχετικά μπορούν να γίνουν φονικά όπλα ακόμη και στα χέρια του πιο ανίδεου παίκτη.

Βγάζω από την εξωτερική τσέπη το γυαλί ηλίου με το ελεύθερο χέρι, το φοράω με μια κίνηση που θα ζήλευε και ο Αλέν Ντελόν και περπατάω στον πλακόστρωτο δρόμο του Θησείου ενώ στην πρώτη γωνία κάνω μια στάση για ν’αγοράσω μπαλόνια, αυτά τα καλά με το ήλιο μέσα και διψασμένος καθώς είμαι από τις σχεδόν σαχαροερημικές συνθήκες θερμοκρασίας, πίνω το ένα μπαλόνι πίσω από το άλλο ξεκινώντας από ένα σκυλάκι Δαλματίας και τελειώνοντας με τον κύριο καλαμάρη τον τοιούτο φίλο του Μπομπ του σφουγγαράκη. Γεγονός είναι πως η φωνή μου παρουσιάζεται κάπως αλλοιωμένη κάτι που προκαλεί τον ανεξήγητο γέλωτα από τους περαστικούς που με ακούν καθώς συνεννοούμαι σε άριστα τσετσένικα για το ποια καφετέρια θα πρέπει ν’ αναζητήσω. Θυμάμαι εν τω μεταξύ και το ομώνυμο βιβλίο του Θέμελη και σκέφτομαι ότι πρέπει στο γυρισμό να περάσω από την Ομόνοια για να αγοράσω το αγαπημένο μου περιοδικό «Τροχοί και TIR» για να κοζάρω τα νέα μοντέλα που θα βγουν στην πιάτσα.

Φτάνω στο ακριβοθώρητο καφέ, ιδιοκτησία ενός καθηγητού μου από το σχολείο, διευθυντή τώρα πια στο λύκειο μας και καταλαβαίνω ακριβώς τι εννοούσε όταν έλεγε πως τα μαθηματικά είναι το χόμπι του. Αφού η δουλειά του είναι η καφετέρια. Σκέφτομαι ότι ένα κεχριμπαρένιο υγρό παρόμοιας απόχρωσης με το κομπολόι μου είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή αλλά το κουτάκι με την αντιβίωση στο αριστερό τσεπάκι με επαναφέρει στην τάξη. Στην πραγματικότητα με επανέφερε το γραπτό μήνυμα που με θόρυβο ελήφθη: «Επειδή δεν βλέπω να φτάνω σπίτι μου σήμερα και ο ταρίφας είναι τρελός, να ξέρεις ότι σε αγάπησα. Σου αφήνω τον υπολογιστή μου και όλα μου τα εσώρουχα». Κι έτσι από το πουθενά βρέθηκα με 52 στρινγκ και 17 σουτιέν.

Sunday, April 29, 2007

Παλιά πληγή

Βαθιά πληγή, παλιά πληγή
μονάκριβη δική μου
την ξεριζώνω απ' την καρδιά
φυτρώνει στην αυλή μου
την ξεριζώνω απ' την καρδιά
φυτρώνει στην αυλή μου
βαθιά πληγή, παλιά πληγή
μονάκριβη δική μου

Ανθίζει καταχείμωνο
που οι φωνές κοπάζουν
έχει τη φυλωσια πυκνή
και νύχια που χαράζουν
έχει τη φυλωσια πυκνή
και νύχια που χαράζουν
ανθίζει καταχείμωνο
που οι φωνές κοπάζουν

Αγάπημενα πρόσωπα
αγαπημένα μάτια
έρχονται σαν τα κύματα
και αφήνουν κατακάθια

Μαραίνεται απ' το γέλιο μου
πίνει απ' τα δάκρυα μου
έρχεται στις παρέες μου
και κλέβει τη μιλιά μου
έρχεται στις παρέες μου
και κλέβει τη μιλιά μου
μαραίνεται απ' το γέλιο μου
πίνει απ' τα δάκρυα μου

Βαθιά πληγή, παλιά πληγή
πες μου τι να κοιτάξω
να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω
να μπω σε κόσμο σκοτεινό
ή πάλι να αγκαλιάσω
βαθιά πληγή, παλιά πληγή
πες μου τι να κοιτάξω

Αγάπημενα πρόσωπα
αγαπημένα μάτια
έρχονται σαν τα κύματα
και αφήνουν κατακάθια

Thursday, April 26, 2007

Θάνατος στον Φίλιππο Πλιάτσικα

Το καλό με μια επέμβαση (έστω κι αν αυτή είναι αναίμακτη) είναι πως τυγχάνεις μιας ειδικής περιποίησης. Το κακό μιας επέμβασης δε θα το αναλύσουμε εδώ όμως θα πούμε για το κακό του να μπαίνεις σε διάφορα αυτοκίνητα και ταξί για να μετακινηθείς. Δεν επιλέγεις εσύ τι θα ακούσεις. Και μπορεί ο τίτλος του ποστ να θεωρηθεί κάπως σκληρός, άδικος για κάποιους άλλους, φασιστικός, αναχρονιστικός, επιπόλαιος, οργισμένος αλλα είναι η ωμή αλήθεια. Ας τον καθαρίσουμε τον πούστη να ησυχάσουμε. Ότι δεν έχει φωνή το ξεπερνάμε, κάθεται και λέει αυτές τις μαλακισμένες μπαλάντες του με τη ψιθυριστή σε στυλ αργοπεθαίνω φωνή διότι πολύ απλά δε μπορεί ν'ανέβει παραπάνω ο άνθρωπος. Αλλά εντάξει χωρίς φωνή πολλοί πρόκοψαν, χωρίς ταλέντο επίσης, αλλά και χωρίς φωνή και χωρίς ταλέντο και με σκατόφατσα και να σε κατακλύζουν στους σταθμούς με αυτά τα σκατοτράγουδα πάει πολύ. Να με συμπαθάει όποιος γουστάρει τον εν λόγω τροβαδούρο αλλά το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να πάρει φόρα κανένα χιλιόμετρο και να κοπανήσει το κεφάλι του σε ένα μαντρότοιχο μπας και συνέλθει. Ήμαρτον με αυτές τις playlists, ήμαρτον. Προτείνω λοιπόν ομαδικό βιασμό του Πλιάτσικα όπως αυτός κάνει στα αυτιά μας, ξύρισμα της κεφαλής σε φάση νόμου 4000, δημόσιο μαστίγωμα στην πλατεία Συντάγματος τη μέρα που γίνεται και η συναυλία με το Sakis, λιθοβολισμό αλλά και πασπάλισμα με αλάτι (χοντρό ή ψιλό δεν έχει διαφορά) και σούβλισμα σαν το πασχαλινό αρνάκι. Να τον εξαφανίσουμε τον καριόλη. Θάνατος!

#

d0ne!

Συντριβάνι

Πως αλλιώς να χαρακτηρίσεις κάτι που πιάνει μύτη, μάτια, χείλη, λάρυγγα, μάγουλα, αυτιά(!) με ακτίνα δράσης κάτι λιγότερο από δύο εκατοστά;

Wednesday, April 25, 2007

Σ' ένα τραγούδι που δεν έγραψε κανείς...

Σε μια μελώδια που ακόμα γυρνάς τις σελίδες της και ξετυλίγεται, σ' ένα τανγκό που στροβιλίζεσαι, σ' έναν τυφώνα που ψηλά σ' ανεβάζει, στη γη σε πετά και ενδιάμεσος σταθμός γνωρίζεις πως δεν υπάρχει. Έτσι λοιπόν όσες εξηγήσεις και να προσπαθείς να δώσεις πάντα το βλέμμα σου θα κοιτά τον έρωτα, θα είναι ο έρωτας, θα είναι παντού. Σα ραβασάκι μέσα σε πορτοφόλι.

Ερωτική Εξομολόγηση

Πολύ πριν τις "Ερωτικές Υποσχέσεις" είχα λάβει ένα άλλο μέιλ που το χαρακτηρίζει ο τίτλος αυτού του ποστ. Βέβαια την εξομολόγηση ακολούθησε ένα ακατάσχετο υβρεολόγιο που όμως προκλήθηκε με λάθος αφορμές και σκληρές αιτίες. Παραθέτω το γράμμα:

"Πες μου ποια άλλη βλέπει τα μάτια του αγαπημένου της γεμάτα κολλύρια, τσίμπλες και κομμάτια από χαρτί υγείας και συνεχίζει να τον κοιτάζει με λατρεία.
Όχι, πες μου! Σε προκαλώ!
Δεν υπάρχει άλλο πλάσμα στη γη που να έχει πιο όμορφες βλεφαρίδες, θα μπορούσαν να γραφτούν ποιήματα για αυτές. Τα χειλάκια σου, χιλιοτραγουδισμένα θα έπρεπε να είναι, όχι μόνο για το σχήμα τους που είναι σαν να βούτηξε κάποιος ένα πινέλο μέσα στη φαντασία μου και μετά να σε ζωγράφισε, αλλά και για τα όσα λένε, σε μένα, ερωτικά, στους άλλους, έξυπνα και αστεία.
Τα μάτια σου, αυτά τα μάτια σου, να χάνομαι μέσα τους, να σε κοιτάζω και να λέω, ώπα, εδώ είμαι, αυτό είναι, δεν γιατρεύεται πια η καρδιά μου, κάθε βράδυ αυτά θέλω να κοιμίζω, κάθε πρωί αυτά θέλω να ξυπνάω φιλώντας τα για καλημέρα. Και τα φιλιά αυτά ποτέ δεν θα σημάνουν χωρισμό, η φωνή σου, αυτή η φωνή σου μα κι οι ανάσες σου, τα κενά ανάμεσα στις λέξεις σου, ο τρόπος που καταπίνεις, ο τρόπος που κινείσαι, που γελάς, που σοβαρεύεις, που νευριάζεις, που λες γαμώ το φελέκι σου, που λες εσύ εσύ εσύ εσύ, που με κλείνεις στην αγκαλιά σου, που με φιλάς, που με ταξιδεύεις, τσέλι μου, ήλιε μου, χαρά μου, δάκρυ μου, σε αγαπάω, σε θέλω , σε χρειάζομαι, όλα τα αγαπάω πάνω σου, το κορμάκι σου, τα μαλλάκια σου, τη μυτούλα σου, τα χεράκια σου κοίτα με, κοίτα με πώς κάνω σαν χαζό, ότι κορόιδευα το λούζομαι, δεν με νοιάζει, κλείνω τα μάτια μου και πέφτω, πιάσε με, αν δεν με πιάσεις πάλι δεν με νοιάζει, αυτά τα δευτερόλεπτα της πτώσης όλη μου η ζωή σου λέω!"

Ερωτικές Υποσχέσεις

"Άμα σου ξαναγράψω να κάτσω να με γαμήσεις", είπε εκείνη. Το μέιλ της έφτασε 13 δευτερόλεπτα μετά το κλείσιμο του τηλεφώνου.

Ανιδιοτελής Έρωτας

Και πίσω απ' τ' αυτιά...

Monday, April 23, 2007

Crying time

It’s crying time again, κι αυτό όχι επειδή η κεφαλιά του Νταμπίζα δεν κατακυρώθηκε και χάσαμε στο Παγκρήτιο. Η μπάλα χάθηκε εκτός γηπέδων μα εντός έδρας κι έτσι απέμεινα εγώ, ακριβώς όπως το τραγουδούσε ο Ray Charles, χωρίς να καταβάλλω ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια για να τον μιμηθώ, να γεμίζω το άδειο σκοτάδι γύρω μου με μουσικές φορώντας τα ίδια μαύρα χαρακτηριστικά γυαλιά, κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ, τεχνητό για την ακρίβεια, αφού τα κολλύρια φαίνεται να κάνουν τη δουλειά τους. Το ίδιο τσούξιμο στα μάτια θα μπορούσε να έχει προκληθεί από τα δύο γκολ του Εργοτέλη ή την μεσολάβηση της Κρήτης γενικότερα, αφού η λεβεντογέννα έχει παίξει ρόλο στη φυσική ενυδάτωση του προσώπου μου και στο παρελθόν μέσω της ευγενικής χορηγίας ενζύμου ή της συγκίνησης που προσφέρει η ατάκα ‘θες να’σαι σπίτι μου σε είκοσι λεπτά’ κι ενώ το οπτικό πεδίο μου έχει μείνει άδειο απ’ την εικόνα της για μέρες. Μπύρες και γαλλικό άρωμα που θα πει ‘λατρεύω’, αυτά είναι τα μαντζούνια μου λοιπόν για να βρω το φως μου. Αύριο επιστροφή στο γραφείο με ματιά θολή αλλά καινούριο βλέμμα.

Saturday, April 21, 2007

Βλέμμα

Τα βλέπω σχεδόν όλα θαμπά. Δε ξέρω πως βλέπω τη μύτη μου, αυτήν δεν την πολυκοίταζα ούτε και πριν. Τόσες μέρες μέσα στα σκοτάδια και επιτέλους σε λίγα λεπτά η πρώτη βόλτα. Προσεκτικά αλλα έξω. Έξω απ' αυτήν την απομόνωση. Ουφ. Και για να παραφράσω και τον ποιητή "No more glasses anymore". Ο τσέλιγκας ξανά με αετίσιο μάτι.

Sunday, April 15, 2007

Αναγραμματισμοί

Παρατήρησα πως από τον αναγραμματισμό της λέξης μουνάρα προκύπτει η λέξη ρουμάνα. Γι' αυτό όλες οι Ρουμάνες είναι και μουνάρες;

Λόγια του Γκάτσου

Μη μου χτυπάς
τα μεσάνυχτα τη πόρτα
μη μου μιλάς
να σ' ακούσω δεν μπορώ

Αν μ' αγαπάς
μην γυρίζεις πίσω
άσε να κρατήσω
τον πόνο συντροφιά

Όπου κι αν πας
την αγάπη παίρνεις
το σκοτάδι φέρνεις
και τη συννεφιά

Ναυάγιο

Προσπαθώντας να κοιμηθώ διάβαζα το τηλεπεριοδικό της Κυριακάτικης και ήμουν στη σελίδα του τηλεκανίβαλου που σχολίαζε το πρόσφατο ναυάγιο στη Σαντορίνη. Θυμήθηκα λοιπόν που άκουγα μικρός να λένε για τους «κακούς» μαθητές ότι έριξαν το καράβι στην ξέρα. Άραγε αυτοί όταν μεγάλωσαν έγιναν και πλοίαρχοι;

Το Μανιφέστο της Αγάπης

  • Δε θα ξαναμιλήσουμε ποτέ για τα προσωπικά μας.
  • Δε θα ψάξεις ποτέ που είμαι, με ποιους μιλάω, με ποιους βγαίνω, σε ποιους στέλνω μηνύματα.
  • Δε θα γνωρίζει κανείς για εμάς. Έχουμε χωρίσει από χθες.
  • Δε θα υπάρχει ποσότητα αλλά ποιότητα, το οποίο μεταφράζεται στο ότι δε θα υπάρχει μεγάλη συχνότητα επαφών.
  • Δε θα μου στέλνεις sms.

Δέχεσαι;

Friday, April 13, 2007

Η αόρατη γυναίκα μέρος 2ον

Στήριξε το κορμί με τα χέρια της και εγώ ανέβασα τα πόδια της στους ώμους μου. Άρχισα να της γλείφω τα δάχτυλα και βίαια σχεδόν μπήκα μέσα της. Οι κοφτές ανάσες της μ’έκαναν να τη δαγκώνω παντού, τα πόδια της ήταν γεμάτα μελανιές την επόμενη μέρα μα εγώ δεν τη χόρταινα με τίποτα. Πιάστηκε από τους ώμους μου, τέντωσε το χέρι της να πιάσει τη νουτέλα, δεν έφτανε, δεν την άφησα. Της έδωσα ένα χαστούκι στο πρόσωπο και την προειδοποίησα να σταματήσει την προσπάθεια της, το βαζάκι αυτό θα το χρησιμοποιούσα μόνο εγώ. Άρχισε να με γρατσουνάει στην πλάτη, την έβαλα να τυλίξει τα πόδια της γύρω μου και τη σήκωσα για να καταλήξουμε στον πλαϊνό τοίχο. Μου τράβαγε τα μαλλιά, της δάγκωνα τις ρώγες. Οι κόρες των ματιών της είχαν διασταλλεί τόσο πολύ που νόμιζες ότι θα πεταχτούν έξω, έχυσε φωνάζοντας, κλαίγοντας, βρίζοντας και χτυπώντας με. Την άφησα σιγά σιγά να κατέβει, οι λυγμοί και η γλώσσα της ηδονική συντροφιά σ’ όλη τη διαδρομή. Καθόταν στα γόνατα, με κράταγε απ’ τη μέση και της έδειξα το βαζάκι. «Μπορώ κύριε;» με ρώτησε και της έγνευσα θετικά. Άπλωσε το χέρι της και πήρε τη νουτέλα, έσκυψα κι έβαλα δύο δάχτυλα μου στο μουνάκι της, πήρα τα υγρά της κι εκείνη τα δάχτυλα μου, τα βούτηξε και τα έβαλε στο στόμα της. Δεν τα έβγαζε από το στόμα της ενώ τα δικά μου χέρια ήταν στα μαλλιά της. Όταν τα τράβηξα με περισσότερη δύναμη άφησε τα δάχτυλα μου και τα χείλη της προκάλεσαν σε μένα ένα βαθύ αναστεναγμό. Έχυσα μέσα στο βαζάκι και της το πήρα μέσα απ’ τα χέρια της. Βούρκωσε. Την έβαλα να καθίσει στα τέσσερα και τοποθέτησα την εμπλουτισμένη νουτέλα εμπρός της για να τη φάει έτσι χωρίς δάχτυλα ή κουταλάκια, μόνο με τη γλώσσα της. Εγώ την έγλειφα από πίσω. Κοιμηθήκαμε σ’ έναν καναπέ στο σαλόνι, ήταν κάπως άβολα μα κανείς μας δεν είχε όρεξη να πάει στην άνεση του κρεβατιού. Σηκωθήκαμε νωρίς το μεσημέρι και σκεφτόμασταν που θα μπορούσαμε να πάμε για φαγητό. «Ξέρω μια καλή ψαροταβέρνα» της είπα και πήγαμε απ’ το σπίτι της ν’αλλάξει ρούχα. Έφερε κι ένα cd μαζί της για ν’ακούμε στη διαδρομή και ξεκινήσαμε. Όσο βγαίναμε από την πόλη έφτιαχνε και η διάθεση μας. Όταν μπήκα στο λιμάνι του Λαυρίου με κοίταξε απορημένη αλλά της έκανα νόημα να μη μιλήσει. Την άφησα να περιμένει για λίγο στο αυτοκίνητο και πήγα να ρωτήσω κάτι. Με τις πληροφορίες και τα εισιτήρια στο τσεπάκι πήγα έξω από το παράθυρο της. -Σε δύο ώρες φεύγουμε για Κύθνο, πάμε να κάνουμε καμια βόλτα.
-Τι; Δε μιλάς σοβαρα! Πως σου ‘ρθε τώρα αυτό; Που είναι η Κύθνος; Που θα μείνουμε; Δεν έχω τίποτα μαζί μου.
-Ότι χρειαστούμε θα το πάρουμε από εκεί, δεν πάμε για μόνιμα.
-Είσαι τελείως τρελός.
Χαμογέλασα, της άνοιξα την πόρτα, κλείδωσα τ’ αυτοκίνητο κι έβγαλα από την τσέπη μου μια ψηφιακή φωτογραφική. Περπατήσαμε για λίγη ώρα ενώ προσπάθησα να τη φωτογραφίζω σε τυχαίες στιγμές και πόζες. Στο καράβι κοιτούσαμε σιωπηλοί τη θάλασσα κι ο καθένας μας έπλαθε το δικό του όνειρο. Φτάνοντας πήγαμε να νοικιάσουμε ένα μηχανάκι για να πάμε στο χωριό που είχα κατα νου να μείνουμε. Περάσαμε από το ένα και μοναδικό σούπερ μάρκετ και μετά ψάξαμε για δωμάτιο. Βρήκαμε ένα πολύ συμπαθητικό κι αφού τακτοποιηθήκαμε πήγαμε και στον αρχικό μας προορισμό, για φαγητό. Φάγαμε, ήπιαμε, γελάσαμε και είπαμε να συνεχίσουμε για ένα ποτό. Το δίλλημα ήταν μεγάλο. Σε ποιο απ’ τα δύο μπαρ; Ακολουθήσαμε το ένστικτο της και δε μας βγήκε σε κακό. Γυρίζοντας στο δωμάτιο κάναμε ένα ντους και μου είπε να ξαπλώσω και να την περιμένω με κλειστά μάτια. Απλώθηκα και χαλάρωσα. Εκείνη ήρθε με τα μαλλιά της πιασμένα και κάθισε πάνω μου. «Απόψε δε θα κάνεις τίποτα, έτσι θα μείνεις όλη νύχτα για μένα» μου είπε και έλυσε τα μαλλιά της. Τα είχε πιάσει με το στρινγκάκι της. Το έσκισε και μου έδεσε τα χέρια ενώ πέρασε και το σουτιέν της γύρω απ’ το κεφάλι μου για να μη βλέπω. Μ’ έκανε να τρέμω από την καύλα και να σπαρταράω. Κάποια στιγμή το σουτιέν σιγά σιγά κατέβηκε λίγο και μπορούσα να τη δω απ’ το αριστερό μάτι. Το βλέμμα της είχε τόσο πάθος μέσα, που στάθηκε αδύνατο να το ξεχάσω, υπάρχει πάντα σαν εικόνα αυτή η γυαλάδα, το μισάνοιχτο στόμα και τα κολλημένα απ’ τον ιδρώτα στο μάγουλο μαλλιά. Υπάρχει παντού και ας χαθήκαμε μια νύχτα στο Παγκράτι.

Thursday, April 12, 2007

Η αόρατη γυναίκα

Έψαχνα για κάβα ή για κάτι τελοσπάντων που θα μπορούσα να αγοράσω ένα ποτό να πάω στο πάρτι που ήμουν καλεσμένος. Η πρόσκληση το έγραφε ξεκάθαρα «Είσοδος; Με ποτό» και βρίσκοντας όλα τα γνωστά μαγαζιά κλειστά έβριζα τον εαυτό μου που δεν είχα πεταχτεί λίγο πιο νωρίς το απόγευμα στο σούπερ μάρκετ ν’ αγοράσω ένα μπουκάλι. Τέλη Ιουλίου, η ζέστη μάλλον ανεκτή αλλά είχα τον κλιματισμό στ’ αυτοκίνητο και είχα ανατριχιάσει λίγο. Θυμήθηκα ένα γωνιακό μαγαζί στην Αριστοτέλους κι έφτασα μέχρι εκεί για πάρω κάτι, κοίταγα τα μπουκάλια κανένα δεκάλεπτο και τελικά πήρα μία τεκίλα κι ένα ουίσκι. Σκέφτηκα ότι με το δεύτερο ποτό θα μπορούσα να φέρω μαζί και δεύτερο άτομο αλλά δεν έκανα κέφι να καλέσω κανέναν κι έτσι πιο χαλαρός πήρα το δρόμο προς το Χαλάνδρι. Ευτυχώς δεν είχε κίνηση κι έτσι έφτασα γρήγορα. Το σπίτι ξεχώριζε από τα φώτα και τον κόσμο στη βεράντα. Στην είσοδο οι χαιρετούρες με τους οικοδεσπότες και τους πρώτους γνωστούς. Με ρυθμούς σαλιγκαριού προχωρούσα στα ενδότερα του σπιτιού χορεύοντας και μιλώντας με διάφορο ή αδιάφορο κόσμο. Καμιά ώρα αργότερα βρέθηκα στη βεράντα για να πάρω λίγο αέρα. Τα μάτια μου καρφώθηκαν αμέσως στο ριγέ φόρεμα και τα ψηλά τακούνια. Αδύνατον να μην πλησιάσω. Φυσικό άρωμα αρμύρας και λαιμός που σε προκαλούσε με τη γεύση του. Ευχόμουν να ήμουν βρικόλακας εκείνη την ώρα αλλά αντί να τη δαγκώσω της είπα «θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις» κι εκείνη έκπληκτη γύρισε και μου ’πε «με τόσο αλάτι, μόνο το Μεσολόγγι θα μπορούσα να σου θυμίζω ξένε». Πρότεινα να της φτιάξω ένα ακόμη ποτό και το σκορ έγινε εύκολα 2 – 0 υπέρ της. «Ντράι Μαρτίνι» μου είπε και δάγκωσα τα χείλη μου. Τα πράγματα είχαν ζορίσει κι έπρεπε επειγόντως να βρω μια λύση. Πάω να το φτιάξω απάντησα περήφανος και μπήκα στο σπίτι ψάχνοντας απεγνωσμένα το Λευτέρη. Πάρε τα κλειδιά και πάμε του είπα και σε λιγότερο από δύο λεπτά ήμασταν καβάλα στη μηχανή του. Σε άλλα τρία είχαμε φτάσει σε κοντινό γνωστό μας μπαράκι και δώσαμε τη σχετική παραγγελία. Ο μπάρμαν γέλασε και μας είπε «δεν το ανακατεύω κρέμασε το στο τιμόνι για να πετύχει η συνταγή!» Ένα τέταρτο αργότερα ήμουν στο μπαλκόνι με το ποτό της ανα χείρας. Έκλεισε τα μάτια και δοκίμασε. «Μμμ, δεν είναι και άσχημο, πόσα έχυσες μέχρι να το καταφέρεις» ρώτησε μα ήδη το σκορ είχε γίνει 2 – 1 και η έξοδος του Μεσολογγίου πήρε παράταση. Χορέψαμε και όταν τελείωσε το ποτό της, πρότεινα να συνεχίσουμε κάπου αλλού χωρίς ρίσκα για αποτυχημένες μίξεις. Δεν αρνήθηκε και όταν συμφώνησε να πιει ένα ίδιο ντράι Μαρτίνι με αυτό που της είχα φτιάξει πήγαμε στο κοντινό μπαρ και της εξήγησα τι είχε γίνει. Γέλασε κι εγώ κοίταζα. Όταν ήρθε η ώρα για να φύγει εκείνη πήρε τα τακούνια στα χέρια, τα χέρια μου εκείνη αγκαλιά, τη σήκωσα σα νύφη και την πήγα στο αυτοκίνητο. Με τον ίδιο τρόπο την ανέβασα σπίτι μου και μου ζήτησε ένα φανελάκι για πιτζάμα. Της έδωσα μια μακριά αθλητική εμφάνιση της ΑΕΛ που είχα και της έκανε σαν μίνι φουστανάκι. Μπήκε να κάνει ένα μπάνιο, κάθε φορά αυτό έκανε όταν γύριζε απ’ έξω και μύριζε καπνούς και αλκοόλ ενώ εγώ έβαλα ένα ακόμη ποτό και την περίμενα. Αργούσε κι ο πειρασμός να μπω στο μπάνιο μεγάλωνε. Δεν αντιστάθηκα και τη βρήκα μέσα σε υδρατμούς και σαπουνάδες. Σήκωσε το πόδι της και άρχισα να γλείφω το γόνατο της ανεβαίνοντας σιγά σιγά πιο ψηλά. Βρεγμένοι και οι δύο φτάσαμε στην κουζίνα. Την ανέβασα στο τραπέζι κι έβγαλα όσα ρούχα μου είχαν απομείνει. Της έκλεισα τα μάτια κι έβγαλα από ένα ντουλάπι μια νουτέλα. Της έδωσα το δάχτυλο μου να γλείψει αφού προηγουμένως το είχα βουτήξει μέσα στο βαζάκι και αναστέναξε.

(Συνεχίζεται...)

Πριγκηπέσα

Άλλα θέλω κι άλλα κάνω
πώς να σου το πω
έλεγα περνούν τα χρόνια
θα συμμορφωθώ.

Μα είναι δώρο άδωρο
ν' αλλάξεις χαρακτήρα
τζάμπα κρατάς λογαριασμό
τζάμπα σωστός με το στανιό.

Monday, April 09, 2007

1 νέο μήνυμα

ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, ΝΑ ΦΟΡΑΩ ΜΑΥΡΕΣ ΖΑΡΤΙΕΡΕΣ Κ ΓΟΒΕΣ, ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ, ΝΑ ΜΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΕΣΕΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ Κ ΝΑ ΜΕ ΕΧΕΙΣ ΣΤΑ 4. ΝΑ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΩΡΑ Κ ΕΓΩ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΑΩ ΝΑ ΜΠΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ. ΝΑ ΜΕ ΦΤΥΣΕΙΣ ΘΕΛΩ ΞΑΦΝΙΚΑ Κ ΝΑ ΣΕ ΝΙΩΣΩ ΠΙΣΩ ΜΟΥ ΜΕ ΔΥΝΑΜΗ, ΝΑ ΜΕ ΣΚΙΖΕΙΣ ΞΑΝΑ Κ ΞΑΝΑ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ.

Επιτάφιος

Το σκηνικό τοποθετείται σ’ένα ορεινό χωριό του νομού Μαγνησίας. Μαζεμένος ο κόσμος περιμένει τον επιτάφιο να βγει, υπάρχει και το σχετικό κους κους, κυρίως με όσους δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι αλλά επισκέπτες τώρα πια. Μια πρώτη ξαδέρφη μου που έχει χρόνια να πάει στο χωριό συναντά μια θείτσα η οποία είχε ένα μαγαζί, το μοναδικό για την ακρίβεια, απ’ όπου πηγαίναμε και ψωνίζαμε. Λέει λοιπόν η εν λόγω θείτσα για τη ξαδέρφη μου: «Πω πω, πως μεγάλωσες, σαν χθες μου φαίνεται που ερχόσουν με τον παππού να σου πάρει παγωτό». Το ότι ο παππούς έχει πεθάνει από το 1984 νομίζω ότι δε χρειάζεται να το αναφέρω.

Sunday, April 08, 2007

Το φετινό Πάσχα

Ακόμη κι ο τσέλιγκας την πάτησε, ήρθε ο πυρετός κι έμεινε. Με τις κουβέρτες λοιπόν και τα σύνεργα της φωτογραφίας πέρασαν οι μέρες αυτές εκτός από τη χθεσινή προετοιμασία για αρνιά και κοκορέτσια ενώ και σήμερα η φωτιά έχει πέσει από το πρωί. Επιστροφή στις σούβλες λοιπόν, σχετικό υλικό θα μπορέσετε να δείτε σύντομα. Καλές γιορτές σε όλους με υγεία

Thursday, April 05, 2007

Τριλογία: Η ύλη

Γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω ότι η ώρα είναι εφτά. «Νωρίς είναι», σκέφτομαι αλλά δε μπορώ ν’αλλάξω πλευρό και να ξανακοιμηθώ. Σηκώνομαι και πάω μέχρι την κουζίνα. Απορρίπτω αμέσως την ιδέα ενός καφέ και τριγυρίζω άσκοπα στα δωμάτια του σπιτιού. Κοιτάζω την απέναντι οικοδομή κι έχω μια γλυκιά προσμονή. Έρχομαι στον υπολογιστή για να περάσει κάπως η ώρα. Εφτά και μισή χτυπάει το τηλέφωνο. Δε χρειάστηκε δεύτερο χτύπημα και έλεγα ήδη το παρακαλώ. Δεν ήταν αυτό που περίμενα. Δέκα λεπτά όμως αργότερα η φωνή της ζητούσε οδηγίες. Σκέφτομαι ότι τώρα πια μας χωρίζουν μόνο είκοσι λεπτά και ανάβω θερμοσίφωνο για να σενιαριστώ.

Τηλεφωνώ εγώ αυτή τη φορά. Κολλημένη στην κίνηση, γαμημένο ποτάμι. Οι κλήσεις επαναλαμβάνονται τακτικά κι εκτός από την ώρα δεν αλλάζουν και πολλά. Δεν κουνιέται φύλλο στο δρόμο, η ώρα περνάει επικίνδυνα. Μία ώρα και κάτι έχει ξεμπλοκάρει αλλά χάνεται στα στενά γύρω από το σπίτι μου. Ο λαβύρινθος τελικά γκρεμίζεται και παρκάρει στην οικοδομή απέναντι.

Μπαίνει μέσα και αρχίζουμε να φιλιόμαστε. Ξέρουμε κι οι δυο ότι θα ιδωθούμε πια ύστερα από μια βδομάδα κι αυτό δεν είναι κι ότι καλύτερο για να κρατήσει κανείς μαζί του. Φτάνουμε στο κρεβάτι μου, ξαπλώνουμε, ανακατωνόμαστε. Ψάχνει μια δικαιολογία για ν’αργήσει στη δουλειά της. Λέει κάτι που ελπίζει να είναι πιστευτό.

Τώρα πια είμαι εγώ ανάσκελα κι εκείνη από πάνω μου. Τη φιλάω και με αποφασιστικό ύφος μου λέει «Δεν έχουμε χρόνο για προκαταρκτικά» και βγάζει το παντελόνι της. Την επόμενη στιγμή είμαι μέσα της και λικνιζόμαστε σ’ένα κρεβάτι που τρίζει. Οι ανάσες αλλάζουν ρυθμό μέχρι που έρχεται η χαλάρωση. Δίνουμε συνεχείς παρατάσεις, πέντε λεπτά, δέκα, σε λίγο, κερδίζουμε χρόνο κλέβοντας απ’ αλλού.

Έρχεται ξανά πάνω μου και είμαι μέσα της μη μπορώντας να τη χορτάσω. Φοράει το παντελόνι της χωρίς να σηκωθεί, έχει γυρίσει πλάγια, εγώ την πυγοραπίζω κι εκείνη ντύνεται ενώ είμαι πάντα μέσα της. Ο χρόνος έχει περάσει απειλητικά. Σηκώνεται τελικά κι ένα σφίξιμο στο στομάχι με πιάνει. Τη συνοδεύω μέχρι το σημείο που ξέρω ότι δε θα χαθεί και γυρίζω σπίτι πιο μόνος από ποτέ.

Τραγουδώ δυνατά και παρά τα φάλτσα μου το ευχαριστιέμαι.

Wednesday, April 04, 2007

Τριλογία: Η σάρκα

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας, γραμμένο από εκείνη. Αύριο το δικό μου κείμενο:

"Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Κάθομαι στα σκοτεινά και σκέφτομαι τα μάτια του. Τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει ποτέ. Τα ‘βλέπω’ να κλαίνε για την απώλεια του θείου του, να είναι ανοιχτά μα να μην κοιτάνε, απέναντι από έναν γιατρό και μια ακτίνα laser.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ σου λέω. Στριφογυρνάω στο κρεβάτι και μετράω αρνάκια, τα σκέφτομαι να στριφογυρνάνε και αυτά στη σούβλα. Το ίδιο άσκοπες τροχιές, αν και εγώ ύπνο δεν θα χορτάσω, ενώ αυτά αφού γεμίσουν άδειες νηστικές κοιλιές θα κοιμηθούν αιώνια.

Έξι, ο ήλιος έχει φέξει; Είναι νωρίς, κλείνω πάλι τα μάτια. Εφτά και μισή, πώς πέρασε έτσι η ώρα; Μια στιγμή μόνο γύρισα πλευρό, ενενήντα λεπτά κράτησε;

Να φάω τα δημητριακά μου, τη μπανάνα μου, να στύψω δύο πορτοκάλια και να ντυθώ. Μα τι λέω; Κάθε λεπτό που χάνεται, είναι εξήντα δευτερόλεπτα χωρίς αυτόν. Σπάω το ατομικό μου ρεκόρ σε προετοιμασία. Κάνω βουτιά μέσα στο παντελόνι μου, όλα γίνονται μαγικά, σαν χορογραφία ενώ ακούγεται Τσανακλίδου.

Με βοηθάνε τα ρούχα μου να μην αργήσω άλλο. Η μπλούζα μου σηκώνεται στον αέρα, χορεύει μαζί μου στο τραγούδι που λέει ‘αγάπα με, με ήλιο και βροχή, φεγγάρι πελαγίσιο μου, θαλασσινό πουλί’. Τρέχω στο σπίτι να μαζέψω κλειδιά, τσάντα, κινητό και οι μαύρες γόβες τρέχουν ξοπίσω μου, να τις φορέσω γιατί του αρέσουν. Το μπουκαλάκι με το άρωμα είναι το μόνο που αντιστέκεται και δεν παίρνει μέρος στην χορογραφία. Πολύ καλά, όχι βανίλια σήμερα, η φυσική μου μυρωδιά θα μείνει στα σεντόνια του αυτό το πρωινό.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο, όλα εναντίον μου. Το ραδιόφωνο δεν παίζει, η κίνηση στους δρόμους εφιαλτική. Σκέφτομαι ότι αυτός ο δρόμος παλιά ήταν ποτάμι, τώρα πλημμυρίζει κα πάλι αλλά αυτή τη φορά από αυτοκίνητα που κυλούν αργά αργά και στο τέλος γίνονται σταγόνες πολύχρωμες από λαμαρίνα που διασκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Άραγε μέσα σε αυτά, πόσοι αυτοί τη στιγμή ετοιμάζονται να αργήσουν στη δουλειά επίτηδες, χωρίς να φοβούνται τίποτα, όπως τότε στο σχολείο που υπήρχε το άγχος του σταυρού δίπλα στο ονοματεπώνυμό μας στο απουσιολόγιο για την πρώτη ώρα. Κοιτάζω δεξιά και αριστερά μου και είμαι περικυκλωμένη. Γυναίκες αγχωμένες, άνδρες βιαστικοί. Όλοι εγκλωβισμένοι. Λίγοι τυχεροί που θα δουν σε λίγη ώρα την αγάπη τους. Εγώ μέσα σε αυτούς.

Τυχερή άτυχη αφού το αυτοκίνητο δεν κινείται. Είμαι τόσο κοντά του μα και τόσο μακριά. Χτυπάω με δύναμη το τιμόνι λες και θα αλλάξει κάτι. Βάζω cd να ακούσω και μελαγχολώ. Ώσπου μπαίνει ένα τραγούδι που με κάνει να φαντάζομαι τις διακοπές που θα πάμε μαζί, το μπάνιο που θα τον κάνω σε λίγο, την αγκαλιά του που με περιμένει αυτά τα βασανιστικά λεπτά.

Επιτέλους, είμαι στην περιοχή του. Η φωνή του με οδηγεί. Προσπερνώ το σωστό στενό και χάνομαι ακόμη μια φορά. Είναι μαρτύριο να νιώθω ότι είναι σχεδόν ένα χιλιόμετρο μακριά μου αλλά δεν μπορώ να τον βρω. Λαβύρινθος οι δρόμοι, όπως το μυαλό του, αλλά ευτυχώς σε αυτή την αναζήτηση στέκομαι τυχερή.

Θέλω να παρκάρω και ν’ ανέβω κι ας αφήσω το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο κι ας μου το πάρουν κι ας μην έχω μετά να πάω στη δουλειά. Κάτι μου λέει ένας εργάτης στην οικοδομή. Θέλω να πάω στον έκτο όροφο, να αγκαλιάσω την αγάπη μου, δεν είμαι για μανούβρες τώρα και σωστά παρκαρίσματα.

Η πόρτα ανοίγει, το ασανσέρ με περιμένει, στην πόρτα τα νυσταγμένα μάτια του, αυτά που κρύβουν μια ευαισθησία, ένα τρισεκατομμύριο σκέψεις, τα όσα μυστικά και βρώμικα συμβαίνουν και γίνεται μάρτυράς τους κάθε μέρα στη δουλειά του, τον πόθο του για μένα και μια ασυμμετρία που τελικά τον αποτρέπει να τα βγάλει κάπου στο Ψυχικό με βοήθεια γιατρού.

Δεν πειράζει, ας τα βγάλει μαζί μου στο μονό κρεβάτι του, γρήγορα, βιαστικά, κυνηγημένα. Με ανάσες να συντονίζονται και να ακούγονται σαν μια αναπνοή, με το δέρμα του να γίνεται σάρκα δική μου και το κορμί μου προέκταση του σώματός μου.

Ένα ψέμα στη δουλειά για να κερδίσω λίγο χρόνο. Λίγες στιγμές που δίνουν ενέργεια και συναίσθημα για μια ζωή. Που αν τις ενώσεις κάνουν την πιο ερωτική ιστορία που γράφτηκε ποτέ. Τη δική μας.

Όχι όχι, δεν θέλω να φύγω, ναι πρέπει να ντυθώ, αλλά γίνεται να τον νιώθω ακόμη ενώ θα ντύνομαι; Γίνεται να οδηγώ αλλά να τον βλέπω; Γίνεται να βάζω δευτέρα και τρίτη ταχύτητα ενώ τα χέρια μου του χαϊδεύουν την πλάτη; Αυτή τη φορά είναι δίπλα μου, να χαθώ αποκλείεται, μόνο στη θλίψη μου μπορεί σκεπτόμενη τις μέρες που θα είναι απών ή κοιτάζοντας το είδωλό του από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου καθώς απομακρύνεται.

Για μια Ελένη έτρεχε ο Σπύρος Λούης για να τον δεχτούν οι γονείς της και τελικά κέρδισε το μετάλλιο, για να μην αργήσω περισσότερο τρέχω εγώ στον δρόμο που πήρε το όνομά του από τον μαραθωνοδρόμο και το μετάλλιο το έχω στην καρδιά μου, έχει τη λάμψη του Ήλιου και θα το φοράω πάντα στο στήθος να με καίει.

Ακόμη κι αν δεν έχω την πρώτη θέση. Ποτέ."

...και 'ρθεις με το καλό

Είχα πάει πριν δυο μήνες σχεδόν ένα ταξίδι κάπως απρογραμμάτιστο. Η συνοδηγός μου είχε στείλει την επόμενη μέρα το κείμενο που έγραψε παρακαλώντας με να το κρατήσω για τα μάτια μου μόνο. Χθες μου ζήτησε να το ανεβάσω οπότε είναι διαθέσιμο πλέον και στα δικά σας μάτια.

"Ακούω τον ήχο του κινητού μου. Δεν είναι ξυπνητήρι. Είναι εκείνος. 'Καλημέρα, σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί'.
Αυτή η φωνή λειτουργεί πιο αποτελεσματικά από δυνατό καφέ ή έναν κόκορα που κάνει ξημερώματα το καθήκον του μέσα στ' αυτιά μου.
Αυτή η αποφασιστική, γεμάτη αυτοπεποίθηση, ερωτική φωνή.
Χωρίς περιττά λόγια, ποτέ.

Πετάγομαι από το κρεβάτι το οποίο δεν εκμεταλλεύτηκα το βράδυ που πέρασε για να κοιμηθώ, ούτε ένα λεπτό. Παρά μόνο για να γίνουν ένα τα κορμιά μας.
Πρόστυχα, γλυκά, αγαπημένα, άγρια. Μετά από ένα τηλεφώνημα, πάλι. Λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα.
'Δέχεσαι επισκέψεις;'
Την κατάφαση μου ακολούθησε η επίσκεψή του.
Κι έπειτα ήρθαν οι οργασμοί και η αϋπνία.

Μπαίνω στο αυτοκίνητό του. Μου ζητάει να βάλω ζώνη και να του δώσω οδηγίες για βενζινάδικο. Κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου το ντεπόζιτο και είναι άδειο.
Είναι Κυριακή χαράματα, τα πρατήρια βενζίνης όλα κλειστά. Εκείνος δεν πτοείται κι ας έχουμε εκατοντάδες χιλιόμετρα να διανύσουμε μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.

Αυτή η σιγουριά, αυτή η απώλεια άγχους, ή τέλος πάντων αυτή η έκφραση ηρεμίας, άσχετα αν τελικά υποβόσκει ανησυχία ή πανικός, είναι αυτό που κατά τη γνώμη μου
καθιστά έναν άνθρωπο Άνδρα. Ο έλεγχος, η εξουσία, η αποφασιστικότητα.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ερωτικό για μένα, από το να βλέπω το αντικείμενο του πάθος μου να οδηγεί. Με την ίδια αυτοπεποίθηση που τον χαρακτηρίζει πάντα, κρατάει στα χέρια του το τιμόνι και αλλάζει ταχύτητες, κάνει προσπεράσεις και τρέχει με 140 χιλιόμετρα, παρκάρει ή αποφεύγει λακκούβες. Ενώ συζητάει μαζί μου, μιλάει στο κινητό, γελάει, εξιστορεί, ανακρίνει. Με άγει και με φέρει.

Η μέρα κυλάει, η κλεψύδρα αδειάζει. Όλα γίνονται γρήγορα. Η επίσκεψη, οι διάλογοι, οι εκμυστηρεύσεις. Τα χέρια μας ενώνονται. Συζητάμε για τους πάντες και τα πάντα μα το δεξί του χέρι σμίγει με το αριστερό μου χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Έχουν τη δική τους σχέση, τους δικούς τους κώδικες.

Στον δρόμο της επιστροφής τα μάτια μου καίνε. Η κούραση και η έλλειψη ύπνου απειλούν να μου στερήσουν τις λίγες στιγμές μαζί του.
Ακούγεται μουσική που με ταξιδεύει. Όπως εκείνος με τα μάτια του, όπως εκείνος με το Golf του.

Σε ένα parking στην Εθνική το αυτοκίνητο σταματάει. Νιώθω το χέρι του στο στήθος μου και τις ανάσες του να μου θυμίζουν το προηγούμενο βράδυ.
Με κλείνει στην αγκαλιά του και μου ψιθυρίζει 'λύτρωσέ τον' ενώ έχει ήδη φροντίσει να μου δείξει τον ερεθισμό του.

''Όχι' του απαντάω. 'Τι θες;' με ρωτάει με τα μάτια κλειστά ενώ τον φιλάω στο λαιμό του.
-'Τον βαθμό δυσκολίας'
-'Να σε γαμήσω θες;'
-'Ναι'.

Ξεκινάει πάλι με το αυτοκίνητο προς αναζήτηση άλλου χώρου, πιο διακριτικού και ερημικού. Σταματάει λίγο πιο κάτω, σε ένα parking που σε καμία περίπτωση δεν θα χαρακτήριζε κανείς απομονωμένο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα με σταθερές και γρήγορες κινήσεις του χεριού του, ξεκουμπώνει το παντελόνι του, ρίχνει το κάθισμα προς τα πίσω και με φέρνει κοντά του.Αρχίζω να τον φιλάω παντού σαν διψασμένη χωρίς να με νοιάζει τίποτα άλλο. Ούτε ο κόσμος γύρω μας, ούτε το ότι έχουμε αργήσει και οι δύο για τις δουλειές που μας περιμένουν πίσω στην πρωτεύουσα.

Βγάζω το παντελόνι μου και το ένα μου παπούτσι. Παρακολουθώ ταχύρρυθμο σεμινάριο του πως φοριέται ένα προφυλακτικό. Ανεβαίνω πάνω του και τον νιώθω μέσα μου. Η αναπνοή μου του θολώνει τα γυαλιά, οι αναστεναγμοί μας φροντίζουν να θολώσουν και τα τζάμια, όπως ακριβώς και το μυαλό μου. Ακούω αυτοκίνητα να σταματούν, ανθρώπους να μιλάνε. Διακρίνω φιγούρες να περπατούν στο πλάι του οχήματος αλλά δεν με νοιάζει τίποτα άλλο, μόνο εκείνος και η λαχτάρα μου για αυτόν.

Χίλια λόγια λέω, αγάπης, έρωτα, παράδοσης και υποταγής. Ότι είμαι η πουτάνα του, ότι θα του ανήκω πάντα , ότι το κορμί μου τού ανήκει. Τον νιώθω μέσα μου και νιώθω γλυκό μεθύσι. Τον ακούω να λέει τη λέξη ' πάντα' και σπάω σε χίλια μικρά κομμάτια, σε δευτερόλεπτα φαντάζομαι χίλιους δυο μικρούς και μεγάλους οργασμούς, κερδισμένους στα γρήγορα και στα κρυφά σε παράδρομους στην Εθνικη ή στο κρεβάτι μου, οργασμούς δυνατούς που επιτυγχάνονται με το άκουσμα του ονόματός μου με τη δική του ερωτική φωνή, να συμπληρώνουν την πρόταση που δεν θ' ακούσω ποτέ από τα χείλη του με που τόσο ανάγκη έχω να μάθω, οι συλλαβές από τους αναστεναγμούς του. Να βασανίζομαι τι συμβαίνει στο μυαλό του, στην καρδιά του. Να ξαναγεννιέμαι και να πεθαίνω και τα μόνα σημαντικά για μένα να είναι η γεύση από τα φιλιά του, τα αχ του, τα όσα μου λέει με τη σιωπή του, η χορογραφία των κορμιών μας.

Τα γόνατά μου να ματώνουν στην τριβή με το κάθισμα, οι κραυγές μου να προδίδουν τη λύσσα μου, να νιώθω τα χέρια του δυνατά να με χτυπούν.
Θα ήθελα να βρισκόμασταν σε μία αμμουδιά και να είναι καλοκαίρι, να βρίσκεται μέσα μου ενώ νιώθουμε το κύμα να σκάει στα μπλεγμένα πόδια μας.
Το ίδιο ρίσκο ότι κάποιος θα μας δει, το ίδιο πάθος στη συνεύρεση, η ίδια ιερή μα και πρόστυχη ένωση.

Είμαστε όμως σε ένα αυτοκίνητο στη μέση του πουθενά, με ύποπτες σκιές να περιφέρονται, γίναμε νούμερο στα μάτια των εκφύλων. Αυτοί τη βρίσκουν με όσα βλέπουν αλλά χαίρονται όταν παθαίνεις μετατόπιση σπονδύλων.

Χάνω τον κόσμο, λέω το όνομά του δυνατά, νιώθω φωτιά μέσα μου, έξω μου, παντού , γεύομαι τον ιδρώτα του, γεύομαι τον ίδιο, με λούζει ο έρωτας του, με λούζει η επιθυμία του, τον νιώθω να σπαράζει, να σπαρταράει, να χάνεται, να τρέμει. Με κερνάει τον εαυτό του και τον πινω στην υγειά της παράξενής μας αγάπης, τον κάνω άρωμα και τον φοράω στο κορμί μου να τον κουβαλάω τις ώρες που θα είμαστε χώρια, όταν θα έχουμε φτάσει στον προορισμό μας αλλά παραδοξως το ταξίδι θα συνεχίζεται.

Εγώ, αυτός και μια ζωή άγνωστη, γεμάτη κρυφές συναντήσεις, έρωτα, συζητήσεις, πάθος.
Εγώ, αυτός και το αύριο.
Ένα αύριο απόλυτα δικό μας."

Tuesday, April 03, 2007

Vodafone

Καθόμουν σήμερα στο σαλόνι και έπαιζε η τηλεόραση έτσι αόριστα χωρίς να ξέρω καλά καλά τι γιατί ήταν αφενός στο mute, αφετέρου την είχα πλάτη. Σηκώνομαι να βάλω ένα ποτό και πλησιάζω προς το μέρος της. Και τσουπ πέφτω πάνω στην ξαδέρφη μου σε σχετική με τον τίτλο του ποστ διαφήμιση. Τελικά αυτοί οι ασκούμενοι δικηγόροι πρέπει να τραβάνε μεγάλο οικονομικό ζόρι.

Τριλογία: Η ψυχή

Το κείμενο που ακολουθεί είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που καλύπτει ένα ολόκληρο τρίωρο, μεταξύ εφτά και δέκα το πρωί της Μεγάλης Τρίτης. Το δικό μου κείμενο θα είναι και το τελευταίο, τα δύο πρώτα είναι από το ίδιο πρόσωπο. Πάμε λοιπόν:

"Τρίτη.
Τρίτη φορά σπίτι σου και χάνομαι ακόμη μια φορά. Κυριολεκτικά και μεταφορικά όπως και τις δύο πρώτες. Φθινόπωρο, χειμώνας και τώρα άνοιξη. Κάθε μου επίσκεψη και άλλη εποχή.
Σήμερα το ξεκίνημα μιας άλλης. Εκείνης που θα βλέπεις τον κόσμο διαφορετικά.
Μια Τρίτη μεγάλη, ατέλειωτη. Ξεκινάει με τη νυσταγμένη καλημέρα σου και είναι γεμάτη από σένα. Φωνή που με οδηγεί στα στενά της Αθήνας, φωνή που ελέγχει όλες μου τις λειτουργίες.
Να σε δω, να σε χορτάσω, να απολαύσω την εικόνα που αγάπησα για τελευταία φορά αφού απ' την επόμενη όλα αλλιώς θα είναι. Δυο λέξεις μόνο θα είναι ίδιες, με ότι γραμματοσειρά και να τις γράψεις, ακόμη κι αν δεν μπορέσεις να τις δεις. Δική σου.
Βδομάδα των Παθών, ημέρα Μεγάλη Τρίτη. Εγκλωβισμένη σε ένα αυτοκίνητο που με φέρνει κοντά σου. Προορισμός τα μάτια σου, να φωλιάσω για λίγο μέσα τους, να με κρατήσεις σαν εικόνα τις μέρες που θα είσαι μακριά, τα λεπτά που θα τα έχεις ανοιχτά μα δεν θα βλέπεις στο χειρουργικό κρεβάτι.
Ακούω τραγούδια που με μεταφέρουν σε νησί κυκλαδίτικο, αυτό που θα σεργιανίσω μαζί σου, κολυμπάω σε ποτάμι από πολύχρωμες λαμαρίνες, πνίγομαι μακριά σου.
Να έρθω για να γίνουμε ένα, να σε λούσω στα δάκρυα μου, αυτά που ευτυχώς συγκράτησα φεύγοντας, να σε σφίξω μέσα μου και να μη σε αφήσω ούτε όταν το ρολόι σημάνει εννιάμιση και οι δρόμοι με ξανακαλούν για να χαθώ μέσα σε αυτούς αυτή τη φορά και όχι στην ψυχούλα σου και το φοβισμένο βλέμμα.
Τροπάριο της Κασσιανής θα ακουστεί σήμερα στις εκκλησίες.
Κι ήθελα τόσο να φιλήσω τα χέρια και τα πόδια σου, να τα σφουγγίσω με τα μαλλιά μου, να λουστώ τον έρωτά σου και να σε μυρίζω όλη μέρα."

Monday, April 02, 2007

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πήρες και τους μεγάλους

Έφτιαξα ένα τσάι κι έβαλα κονιάκ για να χαλαρώσω, να νυστάξω και να κοιμηθώ. Για την ακρίβεια μάλλον έριξα λίγο τσάι στο κονιάκ μου μέσα. Κι όταν άρχισα να γλαρώνω με ξύπνησε ο θάνατος.

365 χλμ

Πρώτα η Στυλίδα κι ύστερα ο Καραβόμυλος, η άσφαλτος ρουφάει λαίμαργα τα χιλιόμετρα, το κοντέρ στα κόκκινα και το κεφάλι σου έτοιμο να σπάσει. Πάντα τρέχεις, αυτή τη φορά για να προλάβεις. Νιώθεις το χρέος βαρύ, μόνο εσύ μπορείς να προλάβεις, μόνο εσύ. Και όταν φτάνεις είναι πια αργά. Πρώτη φορά που δεν πρόλαβες να χαιρετίσεις έστω και λειψά τον πατέρα σου, να τον δεις ζωντανό, να περάσεις το τελευταίο Πάσχα μαζί του, να χαρεί τις εγγονές του, να τους πάρει παγωτό, να σε καμαρώσει, να δακρύσει. Τώρα δακρύζεις εσύ. Μόνος. Και δε μιλάς σε κανέναν. Δε σηκώνεις τηλέφωνα, μόνο τα βάρη σηκώνεις, το θυμό, το γιατί, το γαμώτο. Κι εγώ που αύριο θα βγάζω τα μάτια μου για να δω ξανά τον κόσμο αλλιώς δε θα 'μαι εκεί για να σου πω μία κουβέντα. Φίλε το επόμενο ουίσκι που θα πιούμε θα'ναι στη μνήμη του.

Sunday, April 01, 2007

Τριπ μι μπέιμπι ουάν μορ τάιμ

«Κι όταν άλλους πηδάς / ώρες ώρες γελάς / γιατί σκέφτεσαι εμένα». Έχω ξεσηκώσει όλο τον Άνω Βόλο με τον εν λόγω αδέσποτο στίχο ενώ εδώ τα βράδια περνάνε κυρίως με μπύρες (τι κυρίως δηλαδή, σχεδόν αποκλειστικά με μπύρες) τις οποίες και καταναλώνω παρέα με το Γιώργο, το Ντίνο και το γιο του διαβάζοντας τυχαία ελληνική λογοτεχνία και ψήνοντας συκωταριές στην πίσω βεράντα. Από αύριο ξεκινά η Μεγάλη Νηστεία διότι δε θα μπορούσε να λέγεται αλλιώς η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδος. Ξυπνάω τα πρωινά, και κοιτάω πέρα προς το λιμάνι. Φτιάχνω κι έναν καφέ ελληνικό διπλό και κάθομαι στη βεράντα με το μπουφάν ενώ κάνω τράκα και δύο τσιγάρα έτσι για να υπάρχουν μπας και θελήσω να τα βάλω στο στόμα μου. Συνήθως μένουν στο πιατάκι του καφέ. Εν τω μεταξύ και αυτό παρακαλώ να μείνει μεταξύ μας, πήγα την Παρασκευή να πιω ένα ποτό σαν άνθρωπος σε ένα μπαράκι που είχα πάει μία φορά το καλοκαίρι του 2000, πάνε δηλαδή σχεδόν εφτά χρόνια τώρα που όμως εγώ δεν έλειπα στο Θιβέτ, ένα σωστό μπαράκι με κλίμα που θα έλεγε κανείς ότι με σήκωνε. Ο Γιώργος με το Ντίνο θα ερχόταν αργότερα ενώ στ’ αριστερά μου καθόταν μια θεά που δε μπορούσα να σταματήσω να κοιτάζω. «Έχουν εξελιχθεί οι Βολιώτισσες» σκέφτηκα και άδειασα γρήγορα γρήγορα το ποτήρι μου για να ζητήσω άλλο ένα καρμπόν με το προηγούμενο. Θυμήθηκα τους Κατσιμίχες και τη μια βραδιά στο λούκι ώσπου το φιλικό χτύπημα στην πλάτη του Ντίνου με έφερε πίσω στην πραγματικότητα. Ανήμπορος να σκεφτώ ή να μιλήσω, συνέχισα να την κοιτάζω σα χάνος να χορεύει με το φίλο της. Θέλησα να του δώσω ραντεβού για την Πορτιαριά την επόμενη μέρα όμως η λογική με συγκράτησε. Θα ήταν άδικο να μονομαχήσουμε διότι οι πιθανότητες ήταν σαφέστατα με το μέρος μου. Άλλωστε δε με φώναζαν άδικα στην πιάτσα «Τσέλιγκας, μπουνιά και φέρετρο». Σε μία ώρα θα έχω πια φύγει.

Σημείωση: Το παραπάνω ποστ αποτελεί μια σύνθεση τυχαίων προτάσεων από αυτές που κάθισα κι έγραψα τις τελευταίες δύο μέρες. Φαίνεται να βγάζει νόημα κάπως αλλά δεν.

Saturday, March 31, 2007

How Far?

13 λεπτά
9 χιλιόμετρα
2,5 οργασμοί
2 κράμπες
23 αναπάντητες
2 αφιερώσεις
1 λαμπάδα

Ανάσταση

Thursday, March 29, 2007

Αγνωμοσύνη

Με Άλφα κεφαλαίο.

Ακατάλληλη σκηνή

Είναι Δευτέρα βράδυ κι έρχεται μια φίλη από το σπίτι για να της κατεβάσω κάτι αιτήσεις από το ιντερνετ που θέλει, να της κάνω και τις σχετικές εκτυπώσεις και ως ανταπόδοση μου προτείνει να πάμε για ένα ποτό. Αν και δε διψούσα, επειδή πρόσφατα είχα απορρίψει μία πρόταση για μπύρα, δε θεώρησα σώφρων να πω όχι διότι σκέφτηκα ότι το κακό δε θ’ αργούσε να τριτώσει και ποιος ξέρει τι τραγικά αποτελέσματα θα είχαμε μετά. Φοράω κάτι πρόχειρο και ξεκινάμε για το ζου στο Χαλάνδρι με προοπτική να καταλήξουμε τελικά στην καντίνα του Γιάννη. Πράγματι ήπιαμε από δύο ποτά και ξεκινήσαμε για τη μάσα. Το ένα βρώμικο ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί μεταξύ μας ένα κάπως ιδιαίτερο κλίμα. Δίχως πολλά λόγια μπήκαμε στο αυτοκίνητο της για να με επιστρέψει σπίτι. Καβαλάει το πεζοδρόμιο και τραβάει χειρόφρενο. Σβήνει φώτα μηχανή μα δεν κατεβαίνει ο επικεφαλής. Δεν ήταν τόσο το κρεμμύδι που με έριξε όσο η ματ κίνηση της με την πλάτη του καθίσματος. Με την ηλιοροφή κλειστή μόνο τον ουρανό του αυτοκινήτου μπορούσα να δω και αυτόν όχι για πολύ αφού λίγα δευτερόλεπτα μετά συνέβη μια διπλή ολική έκλειψη ηλίου όπου τα δύο έκκεντρα φεγγάρια κάλυψαν από ένα μάτι. Η παράδοση μου ήταν άνευ όρων. Τα χέρια μου χανόταν στο σώμα της, απ’ τα μαλλιά μέχρι όπου μπορούσα να φτάσω, κάποιες φορές και με τη βοήθεια της χειρολαβής. Οι αναρτήσεις του αυτοκινήτου σίγουρα χαλάρωσαν κάπως ενώ και οι βίδες του καθίσματος μάλλον χρειάζονται σφίξιμο. Και αφού το κούνημα του αυτοκινήτου ολοκληρώθηκε κουλουριασμένη σε ζόρικη στάση άρχισε τα μεθεόρτια για την παγκόσμια ημέρα της 14ης Μαρτίου. Η μουσική που ως τότε δε μας είχε απασχολήσει ιδιαίτερα έγινε αφορμή για ένα νευρικό γέλιο μέχρι δακρύων αφού ο στίχος έλεγε «Σαν κύμα φτάνω στο λαιμό σου / εγώ σ’ ευχαριστώ / και ας πνιγώ για το καλό σου». Το μόνο που τελικά με προβληματίζει είναι πως είδα σε κάποιο μπαλκόνι της γειτονιάς μια αντρική φιγούρα να καπνίζει. Καλά λένε λοιπόν πως χρειάζεται μετά το σεξ.

Wednesday, March 28, 2007

Συμπαράσταση

Μία φίλη αποφάσισε να ξεκινήσει δίαιτα γιατί πραγματικά το έχει παρακάνει και χωρίς υπερβολή εξαφανίζει ότι φαγώσιμο μπορεί να βρεθεί μπροστά της εκτός ίσως από το αρνάκι το σουβλιστό. Η cyber στάνη πάντα κοντά στις ανθρώπινες ανάγκες και αδυναμίες πρωτοπορεί και συμπαραστέκεται στην προσπάθεια αυτή την οποία να τονίσουμε επίσης ότι επιβραβεύει και με το παραπάνω. Δυο τραγουδάκια λοιπόν ν'ακούς φανατική θαυμάστρια του μπλογκ αυτού για να ξέρεις ότι εκεί έξω υπάρχουν και άνθρωποι που ενώ τσακίζουν παϊδάκια σκέφτονται ότι εσύ πεινάς και τρώνε με βαρύ το αίσθημα της ευθύνης. Άντε αφιερωμένα στα περιττά κιλά σου :-)

Κάτω απ’ το πουκάμισο μου
Η κοιλιά μου κλείνει
Κι αν το βράδυ γουργουρίζει
Δείξε καλοσύνη

Φάγαμε ψητά ωραία
Έχουμε αποδείξεις
Τα κιλά μας τα περίσσια
Άντε να τα σβήσεις

Τα παράνομα σουβλάκια
Τα ‘χω κόψει σ’ το ‘χω πει
Βγάζω τα μισά απ’ το πιάτο
Και τα τρώει το σκυλί

Κάτω απ’ το πουκάμισο μου
Η κοιλιά μου κλείνει
Κι αν το βράδυ γουργουρίζει
Δείξε καλοσύνη

Πρώτη μου βραδιά στην πείνα
Μα όχι τελευταία
Τα πετάω όλα εκείνα
Που έφαγα λαθραία

Να παχαίνω είναι κρίμα
Δεν αντέχω άλλο
Να φοράω παντελόνια
Και να μη χοράω

Τα παράνομα σουβλάκια
Τα ‘χω κόψει σ’ το ‘χω πει
Βγάζω τα μισά απ’ το πιάτο
Και τα τρώει το σκυλί

Κάτω απ’ το πουκάμισο μου
Η κοιλιά μου κλείνει
Κι αν το βράδυ γουργουρίζει
Δείξε καλοσύνη

Πάμε και για το 2ο:

Το τελευταίο βρώμικο
Απόψε θα το φάω
Και όσοι χόρτασαν πολύ
Τώρα που φεύγω απ’ το φαί
Δίαιτα θα τους κάνω

Όλα είναι μια θερμίδα
Μια μπριζόλα, λίγη σως
Σαν αρνάκι μες στη σούβλα
Θα γυρνάμε τη λαμπρή.

Εγώ όταν τρώω δε χωρά
Δεύτερος στο τραπέζι
Οι πίτσες κι όλα τα ψητά
Κάθονται πάντα χαμηλά
Και γίνονται ψωμάκια

Όλα είναι μια θερμίδα
Μια μπριζόλα, λίγη σως
Σαν αρνάκι μες στη σούβλα
Θα γυρνάμε τη λαμπρή.

Δύο μερίδες έφαγα,
Ήπια πολύ και έσκασα
Ένα ζαντάκ πήγα να βρω
Μα χρειάστηκα ένα γιατρό
Τσάκισα κι ένα παγωτό

Όλα είναι μια θερμίδα
Μια μπριζόλα, λίγη σως
Σαν αρνάκι μες στη σούβλα
Θα γυρνάμε τη λαμπρή.

Sunday, March 25, 2007

Το λάβαρο

Βλέποντας γι’ άλλη μία φορά το ελληνικό Braveheart, τους Σουλιώτες και ντιπάροντας κρακεράκια και φέτες μπακαλιάρου μέσα στη σκορδαλιά δε θα ήταν δυνατόν να μην ξυπνήσει το επαναστατικό πνεύμα μέσα μου και να μη φωνάξω «Γιούρια – Γιούρια στον ντορβά με τα κουλούρια», φράση που μεγάλωσε γενιές και γενιές όπως ακριβώς έκανε και το Γάλα Βλάχας ή ο Έλβις Πρίσλει. Δε ξέρω αν ένα ποτό θα επιβαρύνει ή θα σώσει την κατάσταση πάντως εγώ το χρειάζομαι τώρα και προσπαθώ να σκεφτώ τι θα ήθελα να συνδυάσω με μια γκαζόζα ΕΨΑ που έχω ανοίξει ήδη και είναι αμαρτία να την πιω σκέτη. Είναι οι ώρα αυτή που οι πνιχτές ανάσες, τα προδομένα φιλιά, οι τύψεις κι οι αμφιβολίες γίνονται ένα πάνω σ’ ένα κρεβάτι κάτω από κόκκινα φώτα, σχεδόν τόσο κόκκινα όσο το αίμα που όμως δεν εμπόδιζε αυτήν την ιερή στιγμή διότι μη ξεχνάμε είναι και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου κι αυτό οπωσδήποτε έντυνε με το μανδύα του αυτό το απόγευμα, το πρώτο μεγαλύτερο αυτής της άνοιξης κι ας μένουν μόνο είκοσι λεπτά μέχρι το τέλος. Ή μήπως περισσότερα; Ο χρόνος ήταν πάντα ύπουλος και σίγουρα επαγγελματίας παίκτης στο μπλακ τζακ. Στην Κόρινθο αδερφές μου, στην Κόρινθο.

Υ.Γ.: Πόσες φορές θ'αλλάξεις τ' όνομα σου σε Πέτρος;

Saturday, March 24, 2007

Five to One

“Your ballroom days are over, baby / Night is drawing near” έλεγαν στο ομώνυμο τραγούδι οι Ντορς αν κι εγώ πάντα ήθελα ένα πιο ζόρικο ντουέτο, Ζώρζ Πιλαλί μαζί με Ρίτα Σακελλαρίου και να πάρει φωτιά το παλκοσένικο. Είχα ανοίξει τα παράθυρα στο αυτοκίνητο κι έμπαινε όλος ο ήλιος μέσα, μ’έκαιγε σχεδόν κι όμως αν κοίταζες το ημερολόγιο θα έλεγες ότι είναι χειμώνας ακόμη. Κανείς δε μπορούσε όμως να καταλάβει ότι ήταν χειμώνας. Έξω υπήρχε ο ήλιος, μέσα αυτή η σκληρή κρούστα που είχα αφήσει να σκεπάσει τις αισθήσεις και τις αλήθειες μου. Οδηγούσα αφηρημένος, κοίταζα τον ήλιο και πονούσαν τα μάτια μου, το λευκό το χρώμα έσβηνε το τοπίο μπροστά μου κι ύστερα σιγά σιγά το άσπρο γινότανε θαμπό και το θαμπό άνθρωποι, αυτοκίνητα και κτίρια. Σε μια τέτοια εναλλαγή άφησα το γκάζι και πάτησα απότομα το φρένο, τα λάστιχα άρχισαν να μυρίζουν και μια φωνή ακούστηκε μα δε μπόρεσα να καταλάβω τι είπε. Βγήκα έξω και την είδα να κλαίει καθισμένη στην άσφαλτο. Τη βοήθησα να σηκωθεί και την πήγα μέχρι το αυτοκίνητο. Μάζεψα τα πράγματα που της έπεσαν και τα έβαλα στα πίσω καθίσματα. Δε σταματούσε να κλαίει, πήγα να βρω περίπτερο για νερό και χαρτομάντιλα. Όταν γύρισα έκλαιγε ακόμη, τη σκούπισα και της έδωσα λίγο νερό. Την πονούσε ο αστράγαλος κι έβγαλε τις γόβες της. Μου ζήτησε συγγνώμη και γέλασα. Έφευγε από τη δουλειά της και πέρασε από το σούπερ μάρκετ που ήταν εκεί δίπλα να πάρει κάτι πραγματάκια. Επειδή δεν ήθελε να κουβαλάει πολλές σακούλες τα στρίμωξε όλα σε δύο και η μία κόπηκε την ώρα που περνούσε το δρόμο. Έσκυψε να τα μαζέψει κι όταν με είδε να πηγαίνω καταπάνω της έπεσε κάτω απ’ την τρομάρα της σίγουρη ότι θα πεθάνει. Είχα προλάβει να σταματήσω σχεδόν ένα μέτρο πριν το σώμα της κι όταν τη σήκωσα εκείνη νόμιζε ότι είχα ήδη περάσει από πάνω της. «Έχω γενέθλια αύριο, αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη. Ότι δε θα προλάβω να κλείσω τα 32». Την πήγα σπίτι της και με κάλεσε για καφέ. Ανεβήκαμε και αφού τακτοποίησε τα πράγματα στα ντουλάπια μου ζήτησε δέκα λεπτά για να κάνει ένα ντους. Προσφέρθηκα να φτιάξω τους καφέδες όσο εκείνη θα ήταν στο μπάνιο και μου έδειξε τα σύνεργα. Σέρβιρα στο τραπέζι της κουζίνας και πήγα μπροστά στη βιβλιοθήκη να χαζέψω ταινίες, σιντί και βιβλία. Ήρθε πίσω μου αθόρυβα καθώς διάβαζα όρθιος ένα μικρό και φθαρμένο βιβλιαράκι. «Ας καθίσουμε στο σαλόνι, είναι πιο άνετα», είπε και πιάσαμε από έναν καναπέ. Εγώ καθόμουν με το αριστερό μου χέρι στο μπράτσο ελαφρά γερμένος κι εκείνη σχεδόν ξαπλωμένη με μια μαξιλάρα στην πλάτη της και τα πόδια της ν’ακουμπούν στο μπράτσο του άλλου καναπέ. Τα μάτια μου δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τα κατακόκκινα νύχια της όσο εκείνη μου μιλούσε για τα περσινά της γενέθλια και τις ετοιμασίες που σκοπεύει να κάνει φέτος. Πήρα στα χέρια μου το δεξί της πόδι και πριν προλάβει να μιλήσει το έφερα στο στόμα μου κι άρχισα να γλείφω τα δάχτυλα της. Ακούμπησε το άλλο της πόδι στον ώμο μου κι έκλεισε τα μάτια της. Τράβηξα τη φόρμα της, δε φορούσε εσώρουχο, η γλώσσα μου πήγε πίσω απ’ τη γάμπα της κι ανέβηκε προς τα πάνω. Τα χέρια της πίεζαν τον πρόσωπο μου όταν κι οι δυο πεταχτήκαμε απότομα από το χτύπημα του κουδουνιού. Φόρεσε όπως όπως ξανά τη φόρμα της κι έτρεξε να δει πως είναι. Εγώ άρχισα τις βαθιές ανάσες και ξαναπήγα μπροστά στη βιβλιοθήκη. Είχε ξεχάσει ότι θα ερχόταν μια φίλη της να τη βοηθήσει με το σπίτι. Της διηγήθηκε την ιστορία και την τρομάρα που πήρε ενώ εγώ έγραφα το τηλέφωνο μου μ’ ένα μολύβι για τα μάτια που είχα βρει πρόχειρο, στο πρώτο βιβλίο που είχα ανοίξει. Την επόμενη το μεσημέρι μου τηλεφώνησε για να με καλέσει σπίτι της το βράδυ στο μικρό πάρτι που ετοίμαζε. Είχε champion’s league αλλά δέχτηκα και βγήκα το απόγευμα στα μαγαζιά για να της πάρω κάποιο δώρο. Σκέφτηκα ότι ένα κόσμημα θα ήταν ότι πρέπει για την περίσταση κι έτσι μπήκα στο πρώτο φαρμακείο που βρήκα για ν’αγοράσω το δαχτυλίδι της Durex. Αποφάσισα να της πάρω και μια ταινία και πήρα το «The French Connection» δίνοντας στον υπάλληλο και το κουτάκι με το δαχτυλίδι για να το τυλίξει στη συσκευασία του δώρου. Η βραδιά κύλησε ευχάριστα κι αισθανόμουν λες και είχα πάει σε συγκέντρωση με πρόσωπα οικεία από καιρό. Φεύγοντας μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο και με το σημάδι απ’ το κραγιόν οδηγούσα μεθυσμένος απ’ το άρωμα και τη θύμηση της. Δεν είχα απομακρυνθεί πολύ όταν έφτασε ένα μήνυμα στο κινητό μου. «Τρύπωσες στη ζωή μου επικίνδυνα. Ήσουν ο αρουραίος που με τρόμαξες και γίνεσαι το χάμστερ που...
Τα φώτα από απέναντι με τρόμαξαν, πέταξα το τηλέφωνο και πάτησα την κόρνα μαζί με το φρένο. Κόκκινο πια στο μάγουλο μου δεν ήταν μόνο το σημάδι απ’ τα χείλη της.

Οι λέξεις που είχα απ' την τσέρι ήταν φαρμακείο, αρουραίος, γενέθλια, μολύβι ώμος και ακολούθησα την τακτική της για τη συγγραφή αυτού του κειμένου. Τα παιχνίδια άλλωστε πρέπει να παίζονται επί ίσοις όροις.

Mute

Βγήκα στο μπαλκόνι και χάρηκα τον αέρα. Σκέφτηκα ότι θα με χτυπήσει στο πρόσωπο, φόρεσα το μπουφάν και κατέβηκα με τις σκάλες γρήγορα. Ανέβηκα και ξεκίνησα, η ώρα ήταν 8:30 κι εγώ έπρεπε να είμαι στις 11 στο Γαλαξία. Πέρασα τα διόδια και τα μάτια μου είχαν αρχίσει ήδη να δακρύζουν. Έφτασα κι έμεινα να κοιτάζω τη θάλασσα. Δε σάλευε. Ήταν σχεδόν νεκρή. Δύο ώρες αργότερα νιώθω κάτι να με γαργαλάει στο μπούτι. Συνειδητοποιώ ότι είναι η δόνηση από το τηλέφωνο. Έχω αργήσει. Ευτυχώς που δεν σταματάμε σε αυτά τα διόδια σκέφτομαι και ξεκινάω. Δεν καταλαβαίνω τι γίνεται γύρω μου, τα δάκρυα κυλάνε στα μάγουλα κι ούτε κλεφτές ματιές στο ρολόι δεν προλαβαίνω να ρίξω. Είμαι πλέον σε γνώριμα φώτα, στα φώτα της πόλης κι αισθάνομαι βέβαιος ότι θα προλάβω ώσπου στο φαινομενικά άδειο στενάκι κάποιος αποφασίζει να ξεπαρκάρει χωρίς να έχει ανάψει φώτα και ακόμα χειρότερα χωρίς να κοιτάξει. Ο αγκώνας μου βρίσκει στην κολόνα του. Ανοίγει το παράθυρο και βριζόμαστε για λίγο. Φεύγω και ξέρω ότι έχω αργήσει. Μπαίνουμε στην αίθουσα με δύο λεπτά καθυστέρηση. Τελικά είχε δοκιμάσει κόκα κόλα όπως σωστά υπέθεσα.

Thursday, March 22, 2007

Ναυάγια

Πέταξαν τη σχεδία τους στον ωκεανό και πορευτήκανε. Η ελπίδα δε φαινότανε στα μάτια τους μα οι συνθήκες υπήρξαν τέτοιες που επέβαλλαν να ξεκινήσει τούτο το ταξίδι. «Κίτρινα φοράς και μαύρα μες στις ομορφιές» ακουγόταν μέσα από τ’ακουστικά μέχρι που οι μπαταρίες τους πρόδωσαν κι αυτές. Ξελιγωμένες δεν άρχισαν καν να παραμορφώνουν τη φωνή όπως γινόταν παλιά με τις κασέτες. Βουβαμάρα. Πάλευαν κάθε βράδυ κάτω από κόκκινα φώτα. Ο καθένας με τον εαυτό του και οι δυο μαζί. Χαμένοι έτσι κι αλλιώς απ’ την αρχή, η ισορροπία ποτέ δε βρέθηκε ανάμεσα στα κύματα.

Απρίλη Ψεύτη

Εκείνη θα πήγαινε για πρώτη φορά στη ζωή της. Εκδρομή με μια φίλη, Θέλμα και Λουίζ.

Εκείνος (φτυστός ο Μπραντ Πητ) θα πήγαινε με τη δουλειά του.

Η σύμπτωση παραήταν σατανική.

Ο φόνος αναπόφευκτος.

Wednesday, March 21, 2007

Επόμενη Στάση: Αμπελόκηποι

Φεύγοντας μου άφησες δύο πράγματα: Κάτι για το στόμα και κάτι για την ψυχή. Τ' άνοιξα και τα δύο αμέσως. Έφευγες όταν μου είπες ότι δεν έχεις κάτι να κρατήσεις, ότι δε σου άφησα τίποτα. Κι όμως υπάρχουν τέσσερις χάντρες δώρο από τον τόπο με τους αέρηδες που τη δική σου ψυχούλα γαληνεύουν. Ουρές από αυτοκίνητα, ανυπόφορες διαδρομές, γέλια, κλάμματα, πρόσωπα να ξεχωρίζουν μέσα στο χάος της πόλης. Έξω δεν έβρεξε πολύ, μέσα πέρασε η καταιγίδα.

Tuesday, March 20, 2007

Die-αρι

Κυριακή πρωί

Το στόμα στυφό απ’ το κρασί και τον καπνό που μπόλιασαν αρμονικά για το βράδυ του Σαββάτου μα η μελωδία τους χάθηκε με το πρώτο βλέμμα στο κομοδίνο. Όσες γαργάρες και να κάνω με το στοματικό διάλυμα το τσαρούχι πάνω στη γλώσσα μου δε φεύγει.

Δευτέρα μεσημέρι

Χέρια ψηλά να καλύπτουν το πρόσωπο, γροθιές στον αόρατο εχθρό. Χέρια πάντα ψηλά κι αυτή τη φορά κλοτσιές στον αόρατο εχθρό. All together now. Γροθιές, κλοτσιές, γονατιές πάντα σε τέσσερις χρόνους, μία κίνηση τη φορά. Ένα τράβηγμα στον ώμο το έπαθλο ετούτη τη φορά.

Τρίτη βράδυ

Η αναμονή της αυριανής ανίας σκοτώνει, το επιχειρησιακό σχέδιο περιλαμβάνει καθρέφτη για την απόπειρα φωτογράφισης των χειρότερων παπουτσιών της τύπισσας στην Καλλιθέα ενώ για πρώτη φορά απορρίπτω πρόσκληση σε μπιραρία.

Η πράσινη κουκκίδα πήρε τη θέση του κενού. Βάζω πρώτη και ξεκινώ. Φρένα απότομα. Κενό ξανά. Το ουράνιο τόξο βγαίνει πριν καν αρχίσει να βρέχει. Ο αέρας δυνατός γεμάτος θύμησες. Το κόκκινο σαν το αίμα της κρασί χάνει τη θέση του από ένα ενήλικο ουίσκι. Απ’ την ορχήστρα ακούγεται μόνο το πρώτο βιολί. Μάγουλα που καίνε, μάτια που κλαίνε. Όλα μια γιορτή.

Οι περιπέτειες ενός γύφτου vol I

Με αφορμή το προηγούμενο ποστ είπα να εγκαινιάσω μια νέα σειρά με το γενικό τίτλο “Οι περιπέτειες ενός γύφτου” ενώ παράλληλα σκέφτομαι τη χρηματοδότηση σχετικής προτομής.

Για τη σημερινή μας ιστορία θα χρειαστεί να γυρίσουμε το ημερολόγιο πίσω στο 1998 όπου ζήτησα στον γύφτο να μου κάνει κάποιες εκτυπώσεις. Το σύνολο των σελίδων ήταν σαράντα (40) και μιλάμε μόνο για κείμενο χωρίς απαιτήσεις για ποιότητα στην εκτύπωση, τίποτα το εξεζητημένο δηλαδή. Αυτές τις εκτυπώσεις τις έχω κρατήσει μέχρι σήμερα αφού μου κόστισαν κομματάκι ακριβά.

Έρχεται λοιπόν μια μέρα ο φίλος γύφτος και μου λέει ότι θα αλλάξει μελάνια στον εκτυπωτή του (έγχρωμο + μαύρο) και εγώ του χρωστούσα τρεις χιλιάδες δραχμές (3000 δρχ) για τη χρήση που είχα κάνει. Το σοκαριστικό δεν είναι τόσο ότι μου ζήτησε χρήματα αλλά ότι είχε υπολογίσει ακριβώς και το ποσό που μου αναλογούσε.

Όταν κάποια στιγμή μου ζήτησε να του φτιάξω κάτι στον υπολογιστή σκέφτηκα πως είναι μια άριστη περίπτωση για να πάρω εκδίκηση αλλά τελικά δεν τον χρέωσα.

Sunday, March 18, 2007

Ο ορισμός του γύφτου

Έχουμε μαζευτεί με μια παρέα για να μπούμε σ'ένα πρωταθληματάκι 7 x 7, να τρέχουμε λίγο να ξεσκουριάζουμε και πέφτει η ιδέα για δημιουργία εμφάνισης. Πράγματι ένα παιδί που έχει έναν γνωστό προθυμοποιείται να αναλάβει αυτήν την επικίνδυνη αποστολή και φέρνει ένα δείγμα στον φίλο που οργανώνει τα του πρωταθλήματος. Αυτός ο φίλος όμως είναι εξαιρετικά ανεύθυνος. Τόλμησε (άκουσον, άκουσον) να αφήσει την εμφάνιση στο αυτοκίνητο του. Και σα να μην έφτανε η παραπάνω ανήκουστη πράξη βγήκε και για καφέ με την εμφάνιση πάντα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Ξέρω έχετε ήδη φρίξει με όσα ακούτε. Και που να διαβάσετε τη συνέχεια. Αυτός ο αλητάμπουρας λοιπόν, το αρχίδι, το μουνόπανο ποιος ξέρει που του ήρθε να παρκάρει το αυτοκίνητο του το οποίο να μη ξεχνάμε είχε πάντα την εμφάνιση μέσα. Ε και ναι όπως πολύ σωστά καταλάβατε του το ανοίξαν το αυτοκίνητο και έκλεψαν μέχρι και την εμφάνιση. Ω συμφορά, η εμφάνιση έκανε φτερά (αυτό το λέει ο χορός). Κι έρχεται που λέτε το άλλο το παιδί που προμήθευσε την μία και μοναδική αυτή εμφάνιση για να ζητήσει τα χρήματα του πίσω. Ω ναι, μα τον Δία το έκανε! Και μάλιστα επιμόνως. Ξόδεψε συνολικά δέκα sms εκ των οποίων τα τέσσερα τα έστειλε την προηγούμενη Κυριακή που θα συναντιόταν με αυτό το φίλο που έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να χαθεί η πολύτιμη αυτή εμφάνιση αξίας 25 ολάκερων ευρώ. Και μη βιαστείτε να πείτε μπορεί να τα έχει ανάγκη, με μισθό 2000 ευρώ το μήνα και ζώντας με τους γονείς σου δε μπορεί να θεωρηθεί ότι είσαι στα όρια της ανέχειας. Βέβαια τι να περιμένει κανείς από έναν άνθρωπο που έχει ζητήσει πίσω ένα φοιτητικό εισιτήριο.

Saturday, March 17, 2007

Φώτα, Κάμερα - Πάμε!

Μια βλάχα βλαχοπούλα μου πέταξε το μπαλάκι για τις αγαπημένες ταινίες μόνο που ο αριθμός πέντε εξαντλείται απίστευτα γρήγορα. Θα προσπαθήσω πάντως να φανώ εγκρατής. Η σειρά είναι τυχαία:

  • Ο Νονός Ι, ΙΙ και ΙΙΙ
  • Στη φωλιά του Κούκου
  • Ο ταξιτζής
  • Τρέξε Λόλα, Τρέξε
  • Ο άνθρωπος ελέφαντας
  • Πολίτης Κέην
  • Πι
  • Ο Σημαδεμένος
  • Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χαίηγουορθ
  • Λεον
Το έκανα δεκάδα τελικά, πέντε επί δύο, αν και η λίστα χωράει πολλούς τίτλους ακόμη. Κι επειδή το παιχνίδι έχει γνωρίσει ήδη μεγάλη επιτυχία όποιος θέλει να βρει μια αφορμή για να γράψει περισσότερες ταινίες ας θεωρήσει πως την έχει :-)

Άτιτλον

Και αυτό όχι επειδή δε μπορώ να βρω τίτλο αλλά γιατί δε μπορώ να διαλέξω ανάμεσα στους τουλάχιστον 250 που έχω σκεφτεί από τη στιγμή που μου σφηνώθηκε στο μυαλό η ιδέα γι’ αυτό το ποστ. Κι ήταν το κορίτσι με τα εκφραστικά μάτια που συναντούσε τον ώμο μου για να κλάψει με τρόπο διακριτικό. Της είπα να σκουπίσει τα δάκρυα στο μακό που φορούσα κι έβγαλα τα μπουφάν μου για να βολεύεται καλύτερα. Τρανταζόταν ολάκερη πάνω μου με κρυμμένο το πρόσωπο της να μην την βλέπει ο κόσμος και μιλούσε ο ένας στο αυτί του άλλου ενδιάμεσα από αλμυρά φιλιά. Κι είδα κάποια στιγμή ν’ανεβαίνει στη σκηνή ο παππούς μου. Ανατρίχιασα. Να παίζει μπλουζ και να γουστάρει κι εγώ να μην καταλαβαίνω τι γίνεται. Κι ένα πρωινό με καφέ και Θανάση Παπακωνσταντίνου σε κάποιο λάιβ να γαληνεύει τη ψυχή.