Sunday, November 20, 2005

Nightmare Scene

Έφτασα στο μαγαζί με αρκετή καθυστέρηση. Δε μπορούσα να προβλέψω το σκασμένο λάστιχο και την απόπειρα αντικατάστασης του μέσα στη μαύρη νύχτα και μάλιστα χωρίς συνοδηγό για μια κάποια βοήθεια. Όλα άρχισαν μετά από εκείνη την κλειστή αριστερή στροφή κι ενώ το κασετόφωνο έπαιζε στο τέρμα Μάκη, άρχισα ν’ακούω ένα ντάπα ντούπα και προς στιγμή αναρωτήθηκα μήπως ο Μάκης έβαλε μπλιμπλίκια στα τραγούδια του. Δε μπορείς να πεις ότι ο ήχος αυτός ήταν σαν της Σειρήνας το κάλεσμα όμως μια σειρήνα την άκουσα η οποία τελικά ανήκε σε ένα όχημα της πυροσβεστικής το οποίο προφανώς και θα ήθελαν να ξεκαπνίσουν οι υπάλληλοι που βαρεθήκαν να παίζουν τάβλι και τώρα το χειμώνα δεν έχουν και πολύ δουλειά να κάνουν. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραία να κάναμε μια κόντρα στην παραλιακή, αυτοί με το πυροσβεστικό, εγώ με το unimog των πέντε χιλιάδων κυβικών, κωλοφτιαγμένο όσο δεν πάει άλλο. Αυτά τα unimog ήταν φοβερά οχήματα, από το στρατό ακόμα τα θυμάμαι να σπινιάρουν αλλοπρόσαλλα και να μουγκρίζουν άγρια και δυνατά σαν ετοιμόγεννες γελάδες στο παχνί. Θηριώδης ο όγκος τους με μικρή καρότσα σκαρφαλώναμε πάνω τους και απολαμβάναμε το κάθε σαμαράκι της μονάδας διότι η ανάρτηση ήταν ωραία και είχαν και ωραία καβάλα καθώς έλεγε εκείνος ο τύπος από το Κορδελιό ή το Μουζάκι, λες κι έχει διαφορά τώρα πια. Διαφορετικά ήταν τα σταγιερ αλλά με αυτά δεν ασχολήθηκα ποτέ, παρά μόνο σε κάτι βαρετές διαδρομές όπου έπιανα το δεξί καναπεδάκι και την άραζα. Γενικώς τα καναπεδάκια είναι πολύ πετυχημένα, ορεκτικά και σκέφτομαι να τα λανσάρω και στην τσελιγκιάδα που θα λάβει χώρα το προσεχές Σαββάτο δια τον καθιερωμένο πια εορτασμό με ευλάβεια και κατάνυξη. Τώρα που το σκέφτομαι έχω και μεγάλη υποχρέωση να οργανώσω και το soundtrack της βραδιάς το οποίο θα πρέπει να καλύψει πλήρως τα γούστα ολωνονε πράγμα απίθανο επομένως θα ρίξω εκεί λίγο Μπετόβεν, Μπαχ και Σούμπερτ για να κάνουμε ένα σουαρέ πρώτης τάξεως. Α να μη ξεχάσω και τη σημερινή υποχρέωση προς του άρτι-αφιχθέντες γονείς του Θανασαξ ο οποίος και θα πρωταγωνιστήσει σε νέα επεισόδια απ’ ότι μαθαίνω πιο σύντομης διάρκειας όμως αυτή τη φορά για να μη χεστούμε κιόλας. Καλό το σόι αλλά με μέτρο γιατί προβλέπω σύντομα κανέναν εμφύλιο και είναι κρίμα νέο παιδί να βαφτώ με τα χρώματα του πολέμου. Έχω κρατήσει βέβαια λίγο φούμο από την εποχή που καθόμασταν στο στρατόπεδο μέσα επιφυλακή τρώγοντας σουβλάκια και πίτσες, πίνοντας μπύρες και βλέποντας champions league ή παίζοντας playstation 2 για να περάσει η ώρα. Λέγαμε και ανέκδοτα μερικές φορές αλλά το είχαμε εξαντλήσει σύντομα το σπορ αυτό κι έτσι απομείναμε με τις άλλες εποικοδομητικές ασχολίες που προήγαγαν τον στρατιωτικό μας βίο και που μας έκαναν ουκ ολίγες φορές ν’αναφωνήσουμε «Ζήτω η Πολεμική Αεροπορία! ΖΗ-ΤΩ!». Τώρα που θα φύγεις τι θα κάνεις που θα πας, με τα σάπια δόντια σου σε όλους θα χαμογελάς και τα μυστικά μας θα τα μαρτυράς, χωρίς το φυλαχτό σου να μην κουνηθείς, θα γελαστείς όπως θα έλεγε και ο άγνωστος καθηγητής μυστήριος ή κι ένας απλός περαστικός όπως κι όλα αυτά που περάσαν και κοιτούσες από το παράθυρο του τρένου που είχες επιβιβαστεί εδώ και χρόνια να φεύγουν μακριά σου ή να φεύγεις εσύ από αυτά κάτι σαν μια παροιμία ενός κάποιου Μωάμεθ μ’ένα φιλικά προσκείμενο σ’αυτόν βουνό. Αυτό δε προσπαθείς τάχα ν’ανέβεις νέος Σίσυφος ξανά μόνο που τώρα είναι ακατόρθωτο και χωρίς καν την πέτρα εμπρός σου. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, ένα ρέμα που σε παρέσυρε κι έλεγες στη μάνα σου ότι δεν είναι ψέμα, πως να της κρύψεις την αλήθεια; Θάρρος ή αλήθεια όπως τότε που παίζαμε στα πάρτυ του δημοτικού αν και πάντα απορούσα γιατί δεν το παίζαμε και στην τάξη μέσα παρέα με το δάσκαλο. Δεν είναι εύκολο πάντα να ενσωματώνεσαι σ’ένα κοινωνικό σύνολο, μερικές φορές όμως δεν είναι και εύκολο να το εγκαταλείπεις, να ξεκόβεις από αυτό, να το παρατάς και να φεύγεις μακριά του, να τρέχεις μακριά του γιατί δε μπορείς πια να το τραβάς στην επιφάνεια, μάταιο είναι, μάλλον αυτό θα σε τραβήξει στο βυθό μαζί του κι εδώ δε μιλάμε για καταδύσεις που είναι υπέροχες, μιλάμε για καταστάσεις πνιγηρές από ανθρώπους χωρίς κατακτήσεις στη ζωή τους, ζωή, πόσο φτωχή φαντάζει αυτή η λέξη τώρα πια, ανθρωπάκια που βαδίζουν στο δικό τους εκτελεστικό απόσπασμα κι αργούν να δώσουν την εντολή Πυρ για να κρατηθούν περισσότερο στο μεταίχμιο του φόβου και της αγωνίας. Πολυβόλα Δεσμευμένα κι ο εχθρός απέναντι και πίσω από αυτά, θύτης και θύμα, ξεφτίλας προσπαθεί τώρα να πιάσει τη θέση την καλή στην καφετέρια να βλέπει τα μωρά απέναντι και να χαμογελάει συνωμοτικά στο φίλο του που κάνει το ίδιο και ρουφάει με το καλαμάκι του το φρέντο ενώ ανάβει κι ένα τσιγάρο, σημάδι ελευθερίας κι αυτό σε μια γη της επαγγελίας που ενώ δεν έμοιαζε καθόλου της φίλης της Ευαγγελίας ήταν ένα άλλο κορίτσι πιο απλό και κατανοητό που τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια ή το αφήσαν αυτοί να πάει κάπου αλλού, δεν είχε έρθει ακόμη η σειρά τους ποτέ δε θα έρθει, περιμένει κανείς τώρα για κάτι; Ίσως να κάνει μόνο αυτό, να περιμένει, στατικός και στάσιμος σκάβει την τάφρο γύρω του, σκάβει τον τάφο και κάνει τη μεγάλη βουτιά. Ζω, Θυμάμαι, Προσπαθώ, Κοιτάω, Γελάω, Κλαίω, Πονάω, Χαίρομαι, Λυπάμαι τώρα τελευταία, αυτό το τελευταίο ολοένα και πιο συχνά. Σε λίγο θα λέμε «δεν είστε ούτε καν για λύπηση». Άνοιξα τα παράθυρα, δεν είχα τίποτα άλλο πια να περιμένω.

Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι...

Καθάριζα ένα μανταρίνι που είναι και της εποχής και παρατηρούσα ένα καναρίνι το οποίο έτρωγε πίτσα τέσσερις εποχές και σκέφτηκα ότι τα ωδικά αυτά πτηνά είναι σίγουρα επηρεασμένα από την ομώνυμη μουσική που θα λέγαμε ότι ανήκει στο μεγάλο και αμφιλεγόμενο κατά πολλούς είδος της κλασικής κάτι που δε θα πρέπει να μας προβληματίζει ιδιαιτέρως διότι εμείς ως πιστοί ακροατές του ροκ ‘εν’ ρολ δε κάνουμε τέτοιες διακρίσεις γιατί και ο Μπαχ ήτανε ροκ κι αν είμαι ροκ μη με φοβάσαι που λέει ο όχι και τόσο ροκ Παπακωνσταντίνου και να μη ξεχνάμε και τον Άσιμο που εισήγαγε το κροκ καμία σχέση με τον κρόκο του αυγού άλλα άμεση σχέση με την ομελέτα που φτιάχνουν τα αυγά απ’ τις κοτούλες μας ζώα παρεξηγημένα τη σήμερον ημέρα ιδιαιτέρως λόγω της γρίπης τους. Ενώ λοιπόν όταν βλέπουμε έναν γριπωμένο άνθρωπο τρέχουμε να τον περιθάλψουμε και πέφτουμε όλοι από πάνω του, ε με τα κοτόπουλα γίνεται το αντίθετο. Όπου φύγει φύγει, αρπάζουμε και τη μονόκανη την καραμπίνα και χτυπάμε στο ψαχνό. Και μετά το ρίχνουμε και στις απολυμάνσεις, γίνεται ένας κακός χαμός και για να ηρεμήσουμε στο τέλος ακούμε και λίγο Βιβάλντι με σουβλάκι χωρίς σως κι άλλες αηδίες διότι θα εκπέμψουμε μετά σήμα σος και ποιος να μας ακούσει μέρες που είναι και άλλα τέτοια σχετικά με την αηδία μας παραδείγματα καθώς αναφέραμε και στο προοίμιο του δοκιμίου τούτου για τους Βαλκανικούς Αγώνες και την επιρροή τους στη σύγχρονη μαγειρική τέχνη κατά τη Βέφα Αλεξιάδου τις κόρες της και τα δισέγγονα της τα οποία θα βλαστήσουν σαν τα κρεμμυδάκια του κήπου της. Ένας κήπος για τον οποίον δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζει με αυτόν της Γεσθημανής αλλά και γενικότερα με κανέναν άλλον στη Μάνη, παραδοσιακό πλέον οικισμό με έμφαση στους γάμους διότι στην Κρήτη και τη Μάνη το πληρώνεις με στεφάνι και αν θυμηθώ από τα στεφάνια που καταθέτουμε κάθε χρόνο σε διάφορες επετείους γνωστές και μη θα πρέπει να βγαίνει ένα αρκετό καλό χρηματικό ποσό οπότε ας το αφήσουμε καλύτερα για την ώρα. Είναι μια ώρα δύσκολη δε θα πω όχι εγώ σε αυτό το οποίο μας κρατάει δεμένους, όμηρους θα έλεγε κανείς σε μια οδύσσεια η οποία δεν έχει σχέση με τον πολυμήχανο και τους δούρειους ίππους και σκέφτομαι πως τα αλογάκια τρώνε χορταράκι και τα λεφτά μας στον ιππόδρομο γιατί ως γνωστόν τα τσιγάρα, τα ποτά, τα ξενύχτια και ο τζόγος έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια, φιλική συμβουλή λοιπόν για να μένει το σπίτι σας πάντα ανοιχτό να μην παίζετε πολλά χαρτιά αλλά να προτιμάτε τα βελάκια το οποίο είναι σαφέστατα ένα πιο εξευγενισμένο σπορ με φαντασία και ολίγον τι από κακοκαιρία. Προς Θεού μην το μπερδέψετε αυτό με τη γνωστή ευχή που λέμε «τον κακό σου τον καιρό» η οποία έχει μεγάλη ιστορία αλλά βαριέμαι σήμερα να σας τη διηγηθώ διότι σκοπεύω να βγάλω τουλάχιστον 5 επεισόδια εκμεταλλευόμενος όλο το ζουμί που έχει καθώς βέβαια και τις ίντριγκες, τα πάθη, τη βία και το σεξ που όπως ήδη έχουμε αναφέρει είναι το νέο χιτάκι της Έλλης Κοκκίνου, προστάτιδας του Πολεμικού μας Ναυτικού αφού εκτός από την ομώνυμη μαούνα που έχει περάσει στην ιστορία τώρα πια, η Έλλη έχει κάνει πριβέ εμφανίσεις σε χορούς της σχολής Ναυτικών Δοκίμων και απανταχού μούτσων. Ε, όπου μούτσος και η Έλλη, με το συμπάθιο κιόλας που λέμε και σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά εγώ θα μπορούσα να θυμηθώ και τον Τάκη τον Κατσάνη με το μεγάλο του το άσμα «Για θύμισε μου τ’όνομα σου πρώτα πρώτα / να μη μιλάω με μια άγνωστη στην πόρτα / για θύμισε μου τ’όνομα σου για να δω / αν είσαι αυτή που φέρνω τώρα στο μυαλό». Αξέχαστη επιτυχία σχεδόν τόσο μεγάλη όσο και του Κώστα Καφάση «Γέλα κυρία μου, γέλα μαζί μου» το οποίο τώρα που το σκέφτομαι μου δίνει και μια καλή ιδέα για δώρο σε μια πονεμένη ψυχή που γουστάρει κι ακούει συντονισμένος στους 95.8 και μπορεί να τον λέμε και μαλάκα. Γουστάρω I’m so excited από Pointer Sisters ίσως γιατί μεγάλωσα σ’ένα σόι που είχα μόνο ξαδέρφες και δεν είχα έναν τύπο να πλακωθούμε στο ξύλο όπως κάνουν όλα τα φυσιολογικά παιδάκια της ηλικίας μας. Βλέπω τώρα την ηλικία μας και αναρωτιέμαι γιατί οι άλλοι μεγάλωσαν τόσο πολύ; Περισσότερο κι από τους γονείς μου; Αφού το έτος γεννήσεως παραμένει το ίδιο για όλου μας. Ποιος νόμος της φυσικής άραγε κάνει τα δικά του σκέρτσα; Θα γίνει τελικά του νόμου το κάγκελο μου φαίνεται και θα έχουμε και δίκιο για την επανάσταση αυτή. Όπως έλεγαν και οι Θίβερι λοιπόν The Time We Lost Our Way και μια τρύπια σημαία, λάβαρο της αποτυχίας.

Saturday, November 19, 2005

Calling back

Πέρασα την κεντρική είσοδο και είδα ένα τύπο να μου κάνει νόημα με το χέρι του. Τον πλησίασα και ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει ένα μηχάνημα. «Φτου γαμώτο, ξέχασα να βγάλω τη ζώνη αγνότητας και με τσίμπησε ο ανιχνευτής μετάλλων» σκέφτηκα καθώς ο τύπος πλησίαζε στο αυτί προφανώς για να μου ψιθυρίσει κάτι. Τουλάχιστον έχουνε τακτ είπα από μέσα μου ενώ εκείνος με ρώτησε αν έχω μαζί μου κινητό. Ξαλαφρωμένος από την ερώτηση του είπα πως στις μέρες μας όλοι έχουν από ένα κινητό εγώ γιατί ν’αποτελώ εξαίρεση, μερικοί μάλιστα έχουν και δύο και του έδειξα το φούσκωμα στο παντελόνι του. Είναι της δουλειάς αυτά μου είπε και μου ζήτησε να του παραδώσω το δικό μου. Εγώ το αποχαιρέτισα, έσβησα από μέσα όλες τις γυμνές φωτογραφίες που είχα τραβήξει ανα καιρούς και για καλό και κακό πάτησα κι ένα σβήσιμο για να περισώσω την τιμή μου. Μετά ήρθε ένας άλλος επίσης κοστουμαρισμένος και με πήρε αλαμπρατσέτα. Πήγαμε σε κάτι διαδρόμους, σε κάτι ασανσέρ, πλάκα είχε αλλά 13 ορόφους πάνω απ’τη γη το πάρτυ σταμάτησε. Θα επαναληφθεί όμως και θα έχουμε νέα επεισόδια στη διάθεση μας έτσι ώστε να μπορέσουμε να επιληφθούμε ως των επί γινομένων αλλά και ανώριμων γεγονότων τα οποία έχουν διανθιστεί με πλήθος ομογενών τραγουδιστών που έχουν δηλώσει συμμετοχή εις το φέιμ στόρι, μωρό μου σόρι αλλά και σεξ το νέο χιτ της Έλλης, παλιό καράβι του Πολεμικού μας Ναυτικού, τωρινή τραγουδίστρια με εμφανίσεις στους ναύτες μιμούμενη την αξέχαστη Βίκυ Μοσχολιού «Ναύτης βγήκε στη στεριά κλπ κλπ». Ήταν ωραία τα χρόνια εκείνα που πίναμε τα ποτάκια μας κάτω από την ήλιο του μεσημεριού και από το μεσημεριανό ύπνο στη συνέχεια πηγαίναμε να παίξουμε μπάλα ένα παιχνίδι που θα παίζαμε και σήμερα στη σύγχρονη μορφή του πέντε επί πέντε αλλά ευτυχώς βρέχει διότι εγώ βαριόμουν πολύ αλλά δε μπορούσα από τη μία να χαλάσω τη σύνθεση της υπερ-ομάδας από την άλλη έπρεπε να βρω και μια πιστευτή δικαιολογία για να μην παραστώ εις την comdex μεγάλη έκθεση πληροφορικής που λαμβάνει χώρα αυτό το τριήμερο στην Ανθούσα, που γενικά είναι ένας ξερότοπος και δεν ανθίζει τίποτα, είναι και δίπλα στην Αττική Οδό η οποία τα πρωινά θα πρέπει να ξέρετε ότι σε αρκετά σημεία μποτιλιάρει αλλά βέβαια ο καημένος ο κύριος Λαλιώτης εδώ και 30 χρόνια μένει στο νοίκι σ’ένα ταπεινό διαμέρισμα στο Λυκαβηττό αλλά δε μας λέει πόσα έχει στην Ελβετία γιατί αυτά δεν τα πιάνει το πόθεν έσχες. Εγώ πάντως αν ήμουν τώρα πιτσιρικάς και με ρωτάγαν τι δουλειά θα ήθελες να κάνεις όταν μεγαλώσεις θα έλεγα Λαλιώτης. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν μεγάλωνα βέβαια θα το άλλαζα γιατί θα καταλάβαινα τι εστί βερίκοκο όμως όταν είσαι μικρός και τα υλικά αγαθά συνήθως καθορίζουν τη ζωή σου σε μεγαλύτερο βαθμό «μπαμπά θέλω το καράβι των πλέιμομπιλ» σίγουρα θες να γίνεις ένας μικρός Λαλιώτης. Ο καφές μου σιγά σιγά κρυώνει κι εγώ νομίζω πως έχω πονοκέφαλο όμως δε θα ήθελα να κάνω κάτι γι’αυτό εξόν από το να ρίξω έναν υπνάκο ακόμη γιατί βλέπω ότι τα πράγματα αλλάζουν δραματικά τριγύρω και μάλλον κάποιος πρέπει να φύγει από το παιχνίδι. Η κατάσταση έχει βαλτώσει και δε νομίζω ότι υπάρχει γυρισμός. Θα πρέπει να παρθούν οριστικές αποφάσεις, να γίνουν και οι συγκρούσεις που λέγαμε ένοπλες ή μη για να προχωρήσουμε μπροστά κι εμείς και οι άλλοι γιατί άδικα μου φαίνεται ότι κουραζόμαστε και το κουράζουμε τόσο καιρό. Λυπάμαι παιδιά, δε γίνεται άλλο, την επόμενη φορά στην καφετέρια θα είσαστε μόνοι σας γιατί βαριέστε να ξεπαρκάρετε γιατί ίσως έχει έρθει και ο καιρός για να μπαρκάρετε και να μας σνομπάρετε γιατί όχι μπορείτε να το δείτε κι έτσι αν σας βολεύει. Αλλά εδώ θα έρθει το τέρμα γιατί φτάσαμε στο τέλμα και δεν έχει παραπέρα. Τα έλεγε και ο Άσιμος σ’ένα τραγουδάκι του «Βαρέθηκα τη μίζερη μου φύση, κανένας πια δε λέει να ξεκουνήσει», έτσι δεν είναι αδέρφια; Κανένας! Υπάρχει πάντα η θρησκεία και η οικογένεια για να πορεύονται οι φιλικές μας συζητήσεις, τα υπαρξιακά ζητήματα που θέτουμε στον εαυτό μας επειδή σοβαρεύουμε, ωριμάζουμε, ουαου, πολύ το γουστάρω αυτό θα το λανσάρω και ως καινούριο ανέκδοτο. Ρε άντε χτυπήστε το κεφάλι σας στον τοίχο μπας και συνέλθετε γιατί τη βλέπω την ομαδική αυτοκτονία εκεί γύρω στα τριάντα με τριανταπέντε. Μην περιμένεις πια, όλα τελειώσανε γιατί ο κοστουμαρισμένος κύριος σας έχει συνοδεύσει από καιρό στο δικό σας λευκό κελί.

Thursday, November 17, 2005

Εδώ Πολυτεχνείο...


Στη φώτο βλέπουμε το παλιό μοντέλο που έχει αποσυρθεί. Στις μέρες μας κυκλοφορεί το νέο επαναστατικό μοντέλο χωρίς το τανκ...

Wednesday, November 16, 2005

Στο ίδιο έργο θεατές...


Στο νοσοκομείο...

Όπου οι απόψεις διίστανται για το πιστοποιητικό πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής. Διότι χρειάζεσαι σαν άνθρωπος ένα χαρτί που θα σε φέρει όλο και πιο κοντά στο διακαή πόθο όλων των Ελλήνων. Παίρνω λοιπόν τη μάνα μου το πρωί αλαμπρατσέτα για να πάμε στο νοσοκομείο που εργάζεται να μ’εξετάσουν, να γλιτώσω και τις αναμονές και να επιστρέψω ατάραχος σπίτι. Αμ δε! Φτάνουμε πρωί πρωί εκεί και πριν το κυλικείο περνάμε από το ακτινολογικό πριν πλακώσει το μπούγιο. Τόση μανία για ραδιενέργεια πρώτη φορά συναντάω. Εκεί λοιπόν συναντήσαμε την κυρία ας πούμε Ρούλα η οποία έβαλε το μηχάνημα να ζεσταίνεται (εγώ νόμιζα ότι θα μου φτιάξει καφέ φίλτρου) και καθίσαμε στο αναπαυτικό σαλονάκι όπου εκείνη έπινε καφέ ενώ εγώ όχι και όπως αντιλαμβάνεστε υπήρχε ένα οξύτατο πρόβλημα. Τότε αρχίσαμε ν’αναλύουμε το δικό της πρόβλημα το οποίο ήταν πιο σοβαρό γιατί είχε έρθει η αδερφούλα της από την Αυστραλία και μια αναστάτωση στο σπίτι την είχανε, ήρθε και η μανούλα να δει τις δυο αδερφές, μόνο η τρίτη έλειπε που οι κακές γλώσσες τη θέλουν να κάνει παρέα με τον Τσέχωφ και συν τοις άλλοις εδώ κι ενάμισι χρόνο η κυρία Ρούλα είχε και κλιμακτήριο. Ω ναι, έμαθα ότι μια παγώνει μια ζεσταίνεται και θυμήθηκα το γνωστό άσμα της Αννούλας της Βίσση και κατέληξα στο λογικό συμπέρασμα ότι τρελαίνεται σιγά σιγά, έχει και η μάνα της καταρράκτη η οποία μάλιστα τώρα τελευταία (όχι δεν είναι στα τελευταία της, τον τελευταίο καιρό εννοώ) μπεμπεκίζει κιόλας. Εκεί που περιμέναμε το μηχάνημα να ζεσταθεί (το οποίο αργεί χαρακτηριστικά, οι καφετιέρες λειτουργούν πιο γρήγορα) ήρθαν να μας κάνουν παρέα δύο μύγες. Τώρα Νοέμβρη μήνα που βρέθηκαν οι μύγες και μάλιστα πρωί που δεν έχει και τόσο ζέστη ήταν ένα ζήτημα που προκάλεσε την έκπληξη μα και συνάμα τον τρόμο μου. Σκέφτηκα ότι αυτές θα είναι μόνιμες, κάτι σαν το προσωπικό και ότι θα έχουν αρπάξει τόση ακτινοβολία που θα έχουν γίνει μεταλλαγμένες. Θυμήθηκα τότε το γνωστό θρίλερ με τον τυπάκο που σιγά σιγά γίνεται ανθρωπόμυγα κατά το αλογόμυγα. Πάει λέω την έκατσα άμα με δαγκώσουν πρέπει να προστατευτώ πάσει θυσία κι όσο αυτές έκαναν βόλτες πάνω από το κεφάλι μου τόσο προσπαθούσα εγώ να προστατευτώ με το μπουφάν μου ενώ η κυρία Ρούλα είχε απλώσει τα γυμνά πόδια της γιατί προφανώς την είχε πιάσει η φάση του ζεσταίνομαι. Με τα πολλά μπήκαμε στο σκοτεινό θάλαμο και μου ζήτησε να γδυθώ από τη μέση και πάνω. Μου εξήγησε ότι έβαλαν και μόλυβδο γιατί προηγουμένως είχαν κάτι διαρροές και σκέφτηκα το καζανάκι στο σπίτι που χρειάζεται φτιάξιμο καθώς και τους κακόμοιρους που προλάβαν την προ-μολύβδου εποχή. Από συνήθεια πήγα να βγάλω και το παντελόνι όταν εκείνη που δεν έβρισκε κάτι πλάκες φώναξε «μπουρδέλο νοσοκομείο, το κέρατο μου μέσα». Τώρα συνθηματικά το είπε για να με κάνει να κουμπωθώ, αλήθεια έλεγε δεν κατάλαβα και μάλλον δε θα μάθω και ποτέ μου αλλά μικρή σημασία έχει τώρα πια. Έμεινα λοιπόν με το δασύτριχο στέρνο καμαρωτός να στέκομαι μπροστά από ένα πράγμα σαν στόχο και πολύ θα ήθελα να είχα μερικά βελάκια μαζί μου αλλά δεν είχα προνοήσει δυστυχώς. Με ξεπέταξε γρήγορα η κυρία Ρούλα κι επιτέλους πήγα στο πολυπόθητο κυλικείο για να πάρω τη δόση μου. Ήπια ένα εσπρέσο στο πόδι και πήρα ένα νες για να με συντροφεύει. Φτάνω στο γραφείο της μαμάς όπου είχαν πλακώσει όλες οι θηλυκές υπάρξεις του νοσοκομείου για να μου πουν συγχαρητήρια για το διορισμό. Τώρα για μένα είχαν φτιαχτεί έτσι, είναι το καθημερινό τους ντύσιμο, ήθελαν μια αλλαγή δε ξέρω αλλά είμαι σίγουρος πως δε θα ήθελα να μ’εξετάσουν. Γιατί έρχεται κυρία μου ο άρρωστος κι εσύ φοράς το διχτυωτό το καλσόν είσαι και με τη ρόμπα ανοιχτή, φοράς και τη μίνι τη φουστίτσα θέλει πολύ ο άλλος να σε πιάσει και να σε βάλει στο εξεταστήριο να σου αλλάξει τα φώτα; Όχι δε θέλει ρητορική ήτο η ερώτησις. Με πήρε μία σε κάποια φάση να με πάει σ’έναν παθολόγο γιατί είχαν κι ένα συμβούλιο και είχε πέσει μπόλικη δουλειά. Φτάνω εκεί, θεός ο τύπος με ρώτησε αν έχω σχέσεις με την κυρία. Του ορκίστηκα ότι πρώτη φορά τη συναντώ και μου είπε καλύτερα να μην αποκτήσω και η κυρία όλη αυτήν την ώρα γέλαγε. Εγώ στη θέση της θα του είχα φέρει την προτομή του Ιπποκράτη στο κεφάλι αλλά μάλλον την πηδάει γι’αυτό δεν αντέδρασε. Ήταν και ελεύθερη, δεσποινίς ετών 45. Μάλλον γι’αυτό προσφέρθηκε να με πάει αυτή στον παθολόγο. Έμεινα μόνος με τον τυπά κι ενώ τα λέγαμε πρόσεξα ότι άκουγε ωραία μουσική και του το ανέφερα. Εκείνος χάρηκε και τότε εγώ έβγαλα τ’ακουστικά ψείρες από το μπουφάν μου και του έδωσα το ένα για ν’ακούσει. Φόρεσα κι εγώ το άλλο και μόλις πάτησα το play αρχίσαμε να κουνιόμαστε στο ρυθμό του ροκ ‘εν’ ρολ ενώ όταν κουραστήκαμε πιάσαμε ένα της τάβλας, καπνίσαμε από ένα πούρο και φάγαμε κάτι σοκολατάκια που του είχαν φέρει κάτι ασθενείς. Δε μ’έχει πιάσει ακόμα κόψιμο επομένως μάλλον έκανε καλά τη δουλειά του και ο άρρωστος του έφερε φρέσκο πράγμα που σαλεύει. Επιστρέφω μετά στο γραφείο της μαμάς και ο γυναικείος πληθυσμός ήταν ακόμα εκεί. Μα καλά δουλειά δεν έχουν να κάνουν σκέφτηκα αλλά έδιωξα αμέσως τις σκέψεις αυτές κι άρχισα να οργανώνω στο μυαλό μου την ίδρυση ενός φαν κλαμπ. Μαθαίνω μετά ότι πρέπει να κάνω και μια γενική αίματος, να με δει επίσης νευρολόγος και ψυχίατρος. Γενική αίματος δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω το ζάχαρο θα χτύπαγε κόκκινο με όλα αυτά που είχα φάει και πιει, ο νευρολόγος είχε τα νεύρα του και θα ξέσπαγε πάνω μου και τον ψυχίατρο δε γινόταν να τον δω για δύο λόγους. Ο πρώτος και σημαντικότερος ήταν ότι μπορεί να με κράταγε μέσα ενώ ο δεύτερος ότι το νοσοκομείο δε διέθετε τέτοια ειδικότητα. Πάντως με τόσους τρελούς εκεί μέσα θα έκανε χρυσές δουλειές αναμφιβόλως. Είδα κι απόειδα, μάζεψα την ακτινογραφία μου και πήρα το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Αύριο θα πάω σε άλλο νοσοκομείο να ταλαιπωρηθώ στην ουρά σαν άνθρωπος αλλά να κάνω τη δουλειά μου χωρίς να τρελαθώ.

Τόσο ζώα είμαστε...

Παίρνω ο καλός σου τον ηλεκτρικό για να επιστρέψω σπίτι από μία δουλειά και στην επόμενη στάση μπαίνει τύπος ο οποίος κρατάει δύο μικρά τοσοδούλικα μανταρινάκια, σαν πρησμένα κορόμηλα για να καταλάβετε. Αρχίζει να τα καθαρίζει κι εγώ αρχίζω να φορτώνω. Ο τύπος κάνει τη λάθος κίνηση και πετάει τα φλούδια κάτω ατάραχος.
-Καλά δε ντρέπεστε;
-Έχεις παράπονο; Αν έχεις παράπονο να πάρεις το 100.
-Βεβαίως και έχω παράπονο.
-Αν έχεις παράπονο να πάρεις το 100.
-Τι να πω, λυπάμαι.
Και λέμε μετά για επετείους του πολυτεχνείου και ιστορικές μνήμες.

Μέρες Αν-εργίας...

Είναι κι αυτή δηλαδή μια προσωρινή κατάσταση που πρέπει να επωφεληθεί κανείς για να υποδεχτεί την επόμενη φάση με την κατάλληλη ας πούμε διάθεση η οποία μπορεί να θεωρηθεί και ως προδιάθεση αναλόγως βέβαια με την προοπτική που θέτει ο καθένας για τα μελλοντικά του τα σχέδια. Κάπως έτσι έκανα κι εγώ λοιπόν και είχαμε τις χαιρετούρες μας σήμερα, σταυρωτά φιλιά, σεξ στα πεταχτά για να μη χαθούμε και μερικά σφηνάκια κίτρινη τεκίλα χοσέ κουέρβο γιατί μόνο τέτοια είχε το διπλανό παντοπωλείο αν κι εγώ θα προτιμούσα μερικά σφηνάκια βότκα Ποτέμκιν σαν το θωρηκτό για να πάω μετά στη σχολή με κεφάλι γεμάτο χρυσάφι όπως θα έλεγαν και οι Τρύπες ο τραγουδιστής των οποίων είχε συμπράξει κάποια στιγμή με έναν άλλον τύπο από το γκρουπ και βγάλανε το υπέροχο τίποτα ένα δίσκο (cd για την ακρίβεια) που έχω δανειστεί εδώ και κάτι χρόνια από την Άννα την αναρχική με τον τυφλό υιοθετημένο γιο Μανώλη που κυριολεκτικά με άφησε μαλάκα όταν εν πρώτοις ετοίμασε μακαρονάδα, εν δευτεροις που θα έλεγε και η Δήμητρα Ματσούκα στη γνωστή τηλεοπτική σειρά με το καραόκε (κι εγώ καριόλες σκέφτομαι όταν λέω αυτή τη λέξη, μην ανησυχείτε δεν είστε ανώμαλοι) γύρω στις 11 το βράδυ πήρε το μπαστουνάκι του και μας λέει πάω στη συγκέντρωση που έχει το σχολείο! Ο Μανώλης δεν πήγαινε σε αυτό το σχολείο αλλά μάθαινε τα νέα επειδή γενικώς και ειδικώς κυκλοφορούσε στη γειτονιά. Τόσο αυτός όσο και τα νέα οπότε κάπου τα βρίσκανε. Ήτανε εκείνη τη νυχτιά που με γύρισε σπίτι ο ναύτης πριν πάει σε μια φοιτητική συγκέντρωση ή πάρτυ δε θυμάμαι καλά τι απ’τα δύο ήτανε πάντως σίγουρα πέρασε καλά γιατί δεν τον ξαναείδα από τότε εκτός κι αν εξαιρέσεις τις πορείες για τη 17 Νοέμβρη που είτε κατέληγαν στην Αμερικάνικη Πρεσβεία αν μιλούσαμε κυριολεκτικά, είτε στη Βουλή για να απελευθερωθούν από τα λευκά κελιά οι κρατούμενοι παύλα όμηροι της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη που εξαρθρώθηκε με μια επιχείρηση αστραπή από την Ελληνική Αστυνομία πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και γίναμε μια ασφαλέστατη χώρα. Σκάει η παιδικά φτιαγμένη βόμβα στα χέρια του έμπειρου Σάββα (κι εκεί κινέζικο ρολόι είχαν και την πατήσαν, θυμηθείτε και προηγούμενο ποστ), βρίσκουν τα κλειδιά του και σε μισή ώρα είχαν φτάσει στη γιάφκα. Αλλά εντάξει το πιστέψαμε ναουμε γιατί έπρεπε να ασφαλιστεί η χώρα, ο Κοντομηνάς με την Ιντεραμέρικαν δεν αναλάμβανε, οι Αμέρικαν τσίναγαν γενικώς, οι Εγγλέζοι τα είχαν πάρει λίγο κρανίο αλλά τον ήπιανε με το μετρό και μας έμεινε το Ελλάς ? Γαλλία ? συμμαχία που κι αυτό δηλαδή το καταργήσαμε το φοβερό αυτό καλοκαίρι του 2004 καθώς φωνάζαμε «κλάσε μας τ’αρχίδια ζινεντίν Ζίνταν» και «πάρε μου μια πίπα σιλβουπλε ? τρεζεκέ» και τρεζολί κι ας μη μιλήσω για το σύνθημα με τη ψωλή θα με πείτε και χυδαίο και θα έχετε και δίκιο. Μπούκοβο στο στόμα για να μάθω να λέω κακές κουβέντες και να χαμογελάω μετά με όλα τούτα, δηλαδή με αυτά και μ’εκείνα προσπάθησα το δίχως άλλο μα χωρίς αποτελέσματα και πως ν’αντέξω τον καημό, σκοτώσανε το νιο από το soundtrack του Αστραπόγιαννου, το θυμάστε φαντάζομαι, εμένα προσωπικά μου άλλαξε επαγγελματική κατεύθυνση αυτή η ταινία αλλά έτσι είναι η ζωή και πως να την αλλάξεις και φέξε μου να πιω να ξημερωθώ εγώ πληρώνω τα μάτια π’αγαπώ. Ήρθε η ώρα να λογαριάσουμε Λιάκο Μπουρνόβα από το αίμα βάφτηκε κόκκινο, χρώμα εξαιρετικά πετυχημένο. Έτσι πιστεύω δηλαδή και δεν είναι εύκολο να μου αλλάξεις τη γνώμη διότι είναι κοινή. Κοινή γνώμη ναι μάλιστα τόσο κοινή και τόσο φτηνή που θαρρείς μπορείς να την αγοράσεις παντού σήμερα. Βγες μια βόλτα έξω στον κόσμο της αρπαχτής για να χαρείς. Ήτανε το 1988 που ο θεσσαλικός κάμπος γιόρτασε την κατάκτηση του πρωταθλήματος της Α’ εθνικής από τη Λαρισινή ομάδα με αμίμητους παίκτες όπως Γκαλίτσιο, Βουτυρίτσα, Μητσιμπόνα, Καραπιάλη και άλλους. Εκείνη τη χρονιά λοιπόν στην πορεία της 17Ν ακούστηκε και το «Εμπρός Ανδρέα για μια κομπίνα νέα» που αν αλλάξεις το Ανδρέα παραμένει διαχρονικό και επίκαιρο. Εκείνα τα χρόνια βέβαια όλος ο κόσμος χέστηκε και το γύρισε στα πάμπερς εξού και το «Κοσκωτάς, Κοσκωτάς ολέ, πρασίνησε ο κουμπαράς που είχε γίνει μπλε». Το «Τσοβόλα δώστα όλα» είναι μεταγενέστερο και δεν πρέπει να το μπερδεύουμε με τα γεγονότα του πολυτεχνείου. Ξεφτίλες, σαρκία γεμάτα πόνο και δίψα για εξουσία γλεντάμε και δε ξεχνάμε. Εμπρός στο δρόμο που χάραξε η Πέγκυ Ζήνα, ο λαός απαιτεί τον Τερλέγκα στη Βουλή κι εγώ θα γελάσω ξανά απ’την αρχή.

Tuesday, November 15, 2005

Και τώρα μπορείτε...

Εντάξει κι εγώ πιστεύω ότι το «να πα’ να γαμηθείτε» είναι ότι καλύτερο θα μπορούσε να συνδυαστεί με το μπορείτε όμως το ΕΣΡ παραμονεύει και γι’αυτό καλύτερα να φυλάμε και τα νώτα μας διότι αν πιάσεις τη νότα από λα μινόρε και προσπαθήσεις να το γυρίσεις στα μπλουζ του νότου ζήτω που καήκαμε καθώς είναι γνωστό ότι οι πυρκαγιές σε αυτά τα μέρη καλά κρατούν. Ας αρχίσουν οι χοροί έλεγε και ο Διονύσης ο Σαββόπουλος, ένα σύνθημα που είχαμε παραφράσει στην έκτη δημοτικού για χάρη της σχολική ομάδας μπάσκετ η οποία έμεινε με το σύνθημα και το μετάλλιο για την τρίτη θέση στο σχολικό πρωτάθλημα που είχε γίνει ανάμεσα στα τρία δημοτικά που στέγαζε το κτιριακό μας συγκρότημα. Κάποιος κακόβουλος θα μπορούσε να πει ότι βγήκαμε τελευταίοι, εμείς κρατήσαμε το τρίτοι γιατί μετά από χρόνια ποιος νομίζετε ότι θα θυμάται πως μόνο τρία σχολεία υπήρχαν; Ουδεις. Έχω πολλά τέτοια μετάλλια κρεμασμένα σε περίοπτη θέση στο σαλόνι του σπιτιού μου μαζί με αναμνηστικά διπλώματα όπως εκείνο της τέταρτης θέσης στο δρόμο των 150 μέτρων όπου από τους 7 που τρέχαμε οι τρεις εγκατέλειψαν λόγω κράμπας και κρίμα που δεν εγκατέλειψε ακόμη ένας γιατί θα το είχα σίγουρο το μετάλλιο. Δηλαδή η Πατούλιδου που πήρε το χρυσό επειδή η άλλη γκρεμοτσακίστηκε τι παραπάνω έχει από ‘μένα; Αυτό το γαμώτο είναι μήπως η ειδοποιός διαφορά; Δε νομίζω. Απλά είχε την τύχη με το μέρος της. Αφήστε που αν παρακολουθήσετε προσεκτικά τον αγώνα θα δείτε ότι ψιθυρίζει «πέσε μωρη καριόλα αραπίνα» και η άλλη πέφτει. Τυχαίο ήταν; Έκανε βουντού η βούλα; Καρπούζι με τη βούλα δροσερό για το καλοκαιράκι, να τρέχουν τα ζουμιά και τα κουκούτσια αλλά γύρω στον Ιούλιο όλα αυτά κι όχι από το Μάιο που βλέπεις καρπούζια και πεπόνια στην αγορά. Καλά έκανε ο Πεπονής και τα είχε απαγορεύσει όλα αυτά αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να επιβάλλει την τάξη και την ασφάλεια δια παντός. Τα πάντα είναι κάτι ωραία αρκουδάκια που όλοι θέλουν για το σπίτι τους αλλά κανείς δεν αγοράζει γιατί εκτός του ότι τα έκαναν μασκότ οι κινέζοι επομένως μπορεί να μας χτυπήσει το ρεύμα και όλα αυτά τα σχετικά τίθεται και ζήτημα επιβίωσης για το ζωντανό. Γενικά τα κινέζικα προϊόντα είναι θανατηφόρα, ότι πρέπει δηλαδή για πεθερές, για τον/ην σύζυγο που σας απατά και χαμογελά και γενικά είναι τα νέα μαζικά όπλα εξόντωσης. Σου έφαγε η άλλη το γκόμενο; Δεν πας στην εκκλησία με το «κάτι σαρκ» για να της τον κλέψεις με το πιάνο και το φόλοου γιορ χαρτ αλλά τους πας δώρο ένα κινέζικο σίδερο. Ε δε θα σιδερώσει η ακαμάτρα; Θα σιδερώσει. Θα σιδερώσει μία, θα σιδερώσει δύο, θα σιδερώσει τρεις που θα πάει θα τιναχτούν οι ασφάλειες στον αέρα και θα γίνει ψητή σα σουβλάκι. Διπλό όφελος. Δεν αναγκάζεσαι να παρανομήσεις γιατί αυτό θα έκανες για να της φας τον άντρα. Σου μένουν όλα τα δώρα από το γάμο. Σκέφτεσαι τίποτα καλύτερο; Έντεκα και σήμερα για τη μεγάλη τσελιγκιάδα νούμερο δύο στην οποία κυριολεκτικά θα καεί το πελεκούδι καθώς και το δάσος της Φιλοθέης γιατί θα ρίξουμε βεγγαλικά και δεν έχει μόνο η μανταμ Γιάννα δικαίωμα να τα κάνει όλα πουτάνα, θα την κάψουμε κι εμείς την Αθήνα και λογαριασμό δε θα δώσουμε σε κανένα. Άντε γιατί πολλά της τα’χω μαζεμένα και θα την διαπομπεύσω σε όλες τις μεσημεριανές εκπομπές αλλά και στο Χίο το ωραίο νησί αυτό που τόσο σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια ασχέτως αν δεν το έχω επισκεφθεί ποτέ, ας μην κολλάμε όμως σε λεπτομέρειες και χάνουμε την ουσία. Θυμάσαι τότε που σου γρατσούνισα με το κατσαβίδι εκείνο το cd του Μπετόβεν; Εγώ θυμάμαι ακόμη τη λύσσα με την οποία το έκανα κι ακόμα απορώ με τον εαυτό μου που δεν το ξέσκισα ακόμη περισσότερο. Στο έστειλα όμως συστημένο και πολύ χάρηκες όταν άνοιξες το φάκελο, καθόλου όμως όταν είδες και το περιεχόμενο. Αποτρόπαια πράξη έτσι; Εγώ να δεις τι τροπή πήρα μετά από εκείνο το ατυχές συμβάν. Δεν το ήθελα, τα χέρια μου με οδηγούσαν, δε μπορούσα να σκεφτώ καθαρά αλλά ήθελα να καθαρίσω μια και καλή. Τα κατάφερα; Καλή ερώτηση; Έχει σημασία; Χρόνια αργότερα όταν με θυμήθηκες γελάγαμε και οι δύο από χαρά κι από λύπη μαζί και κάναμε έρωτα τόσο άγρια που φοβηθήκαμε και οι δύο. Λες κι ο ένας προσπαθούσε να κατασπαράξει τον άλλον και να μείνουμε δυο άψυχα κουφάρια. Γέλασα με την ψυχή μου εκείνο το βράδυ ώσπου κατέρρευσα. Έμεινα να κοιτώ ένα άδειο πρόσωπο απ’ τον καθρέφτη, έναν μακρινό ταξιδιώτη, έψαξα για μέρες να το γεμίσω, δε μπορούσα. Δε μπόρεσα ποτέ ξανά. Εσύ;

Monday, November 14, 2005

Είμαι εγώ που σε παίρνω τηλέφωνο...

Διότι εντάξει ο Σταμάτης ο Γονίδης είναι ένας καλλιτέχνης του οποίου η αξία δε μπορεί ν’αμφισβητηθεί όμως σίγουρα υπάρχουν μερικές πτυχές της ζωής του που χρήζουν αναλύσεως έτσι ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα και σε βάθος το πλούσιο έτσι κι αλλιώς έργο του. Πολλοί θα προτρέξουν κι ενδεχομένως να θεωρήσουν ότι εμείς θ’ασχοληθούμε με τα παιδικά του χρόνια, ή με τις εφηβικές ανησυχίες του ή ακόμα ακόμα με τα πρώτα βήματα του στο παλκοσένικο ή τη σχέση του με το ασθενές παύλα ωραίο φύλο και γιατί όχι και με τα ναρκωτικά. Και είναι αλήθεια ότι αυτά θα κάναμε αν ήμασταν μία εκπομπή όπως αυτής της μαντάμ Λαμπίρη ή της μαντάμ Τατιάνα ή της παρτούζας που ονομάζεται Κους Κους. Με το Στέφανο Χίο δε θα ήθελα ν’ασχοληθώ εν προκειμένω διότι ο άνθρωπος έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ ηλιθιότητας και πάει ντουγρού για το βιβλίο γκίνες. Από αυτήν εδώ την εκπομπή του ευχόμαστε ολόψυχα κάθε επιτυχία στο νέο υψηλό στόχο που έχει θέσει κι επειδή δε μου έρχεται τώρα κάτι καλό με το χέσει (διότι κάνουν ρίμα αυτά τα δύο) θ’αρκεστώ στο να χειροκροτήσω ταπεινά αυτήν του τη προσπάθεια και φυσικά να τη στηρίξω με όποιο τρόπο μπορώ. Μπορώ λοιπόν μας έλεγε και η φίλτατη μαντάμ Άννα Δρούζα που γοητεύτηκε από το όμορφο το παλικάρι το Νικόλα Νικόλα γαμησετα όλα Οικονόμου ο οποίος δεν έχει σχέση βεβαίως με το Μισέλ Οικονόμου, παλαίμαχο άσο του Αστέρα Εξαρχείων ο οποίος στη συνέχεια ακολούθησε προπονητική καριέρα στη 17 Νοέμβρη, μέρες που είναι καλό θα ήταν να κάνουμε και κανένα μνημόσυνο, από ‘δω παν κι άλλοι και τα σχετικά, καλή οργάνωση, βρίσκεις έναν παπά που γεννοβολά αβέρτα η γυναίκα του διότι εδώ ισχύει και το χριστιανικό ρητό τα παιδιά του Θεού είναι και όσα δώσει ο Θεός, δηλαδή σεξ χωρίς προφυλάξεις κι ευτυχώς δηλαδή που ο παπα-Τριαντάφυλλος δεν ήταν και πολύ καρπερός γιατί άντε να την εξιχνιάσεις μετά την υπόθεση. Άσε που δε θα χωράγαν κιόλας στα κελιά! Που θα τους βάλουμε όλους; Τι τον κάναμε τον Κορυδαλλό δηλαδή; Χίλτον; Μπήκα φως και είδα; Όχι αγαπητέ, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Είπα αγαπητός οπότε να στείλω κι έναν θερμό χαιρετισμό στον ομώνυμο επιχειρηματία μαζί με τις ευχαριστίες μου για το τελευταίο μου ταξίδι, όλα ήταν υπέροχα πλην εκείνης της σχιστομάτας που μου συστήθηκε ως Γιαπωνέζα αλλά μου προέκυψε Κινέζα! Εκεί φτάσαμε παιδιά! Και στις πουτάνες μπήκαν οι κινέζοι! Είναι να μην καταπιαστούν αυτοί οι άνθρωποι με το εμπόριο τα ισοπεδώνουν όλα. Διότι παίρνει ο λάτρης της ασιατικής φυλής τηλέφωνο τη μαντάμ Χάιντι και λέει ότι θέλει μια Γιαπωνέζα, το πολύ 1.60, να γνωρίζει και λίγο από μπλουτουθ με τα σέα της και τα μέα της και τσουπ σου σκάει η Κινέζα που ναι μεν εσένα σου στοιχίζει τα ίδια λεφτά ακριβώς αλλά στη μαντάμ κοστίζει ακριβώς τα μισά και άσε που οι περισσότεροι πελάτες δε μπορούν να καταλάβουν τη διαφορά και μένουν με την εντύπωση ότι το γκομενάκι ήταν made in japan. Αμ δε! Πως την κατάλαβα εγώ; Μεγάλη ιστορία. Αλλά θα σας την πω για να ξέρετε και να μην την πατήσετε. Φυσικά την ξαπόστειλα και θα το γυρίσω στο ανατολικό μπλοκ όπου υπάρχει μεγάλη προσφορά. Θες Ρωσίδα; Ρωσίδα θα σου έρθει. Θες Ουκρανέζα; Ουκρανέζα θα σου έρθει ντυμένη Ρουσλάνα κι εσύ θα κάνεις το Σάκη επί σκηνής για να της δείξεις ποιος ήταν ο πραγματικός νικητής στη συνείδηση του κόσμου. Επί της Κινεζικής αγοράς τώρα. Ένα από τα μεγάλα μου βίτσια στο σεξ είναι να βλέπω και τηλεόραση. Ειλικρινά σας λέω δε μπορώ ν’αποδώσω σωστά αν δεν βλέπω τηλεόραση. Κυρίως τη βρίσκω με ειδήσεις γι’αυτό το λέω και βίτσιο. Διότι οι περισσότεροι βλέπουν μια τσοντούλα για να εμπνευστούν ή και για να επιδιώξουν τσιμπούκια, οθωμανικά και άλλες παραλλαγές της ερωτικής πράξεως που οι σύντροφοι τους αρνούνται πεισματικά να εκτελέσουν. Ενώ με την τσοντούλα της λες «να αγάπη μου τόσες κοπέλες στον κόσμο το κάνουν γιατί όχι κι εσύ;» και την πείθεις. Είναι το κλασικό που λέμε ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και με τι αγιαστούρα θα ήθελα να προσθέσω εγώ. Βλέπαμε λοιπόν τις ειδήσεις μας και ήταν εκεί που την είχα αναποδογυρισμένη από πάνω μου, με πλάτη προς το πρόσωπο μου όπερ σημαίνει ότι εκείνη έβλεπε ευθεία καρφί την τιβί ενώ εγώ ήμουν αναγκασμένος να γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι. Όχι τίποτα άλλο δηλαδή αλλά κόντεψα και να στραβολαιμιάσω για χάρη της! Σε κάποια φάση λοιπόν πετάγεται αυτή πάνω, αρχίζει να ουρλιάζει να κοπανιέται, χαμός, πρέπει να μας άκουσαν σε ακτίνα πέντε οικοδομικών τετραγώνων, όχι τίποτα άλλο αλλά θα νόμιζε και κανένας ότι τη σφάζω και θα είχαμε άλλα ντράβαλα. Κοιτάω καλύτερα στην τηλεόραση και τι να δω; Είχε τον Καραμανλή! Πάει τρόμαξε λέω το κοριτσάκι, έπαθε ένα ψυχολογικό σοκ, άντε να τη συνεφέρω τώρα. Κοιτάω λίγο καλύτερα στην Τιβι και βλέπω ότι ο μεσιε Καραμανλί ήτο στην Κίνα γι’αυτήν την τελετή με τις πέντε μασκότ που βάλανε. Είδανε όλοι από εμάς που κάναμε τη διαφορά και βάλαμε δύο κι αρχίσανε και το αυξήσανε. Πλειστηριασμό ρε το κάναμε; Τι πέντε μασκότ; Αν συνεχίσουμε με αυτούς τους ρυθμούς μας βλέπω το 2036 να έχουμε καμιά πενηνταριά μασκότ στην ξεφτίλα. Βάλαμε εμείς δύο κάντο τρεις εσύ να είσαι και μέσα στην τριαδική αρχή του Ομήρου. Ο Σεργκέι Μπούμκα είσαι και μου ανεβάζεις τον πήχη τόσο ψηλά; Τελοσπάντων, εμένα εκεί άρχισαν και μ’έζωσαν τα φίδια. Την πιάνω από τα μπράτσα και της λέω μ’ενα ερωτικό βλέμμα, είσαι χαρούμενη που κερδίσατε τους ολυμπιακούς; Ναι μου λέει! Αρπάζω τη λάμπα τότε από το κομοδίνο της τη χώνω στη μούρη, ομολόγησε. Αν ήθελε ας έκανε κι αλλιώς. Κινέζα παιδιά! Και χωρίς καμία αμφιβολία. Έπεσα από τα σύννεφα που λένε σε τέτοιες περιστάσεις. Αφού είδα κι απόειδα της είπα να φτιάξει κανένα κινέζικο να ντερλικώσουμε γιατί μία πείνα με είχε πιάσει. Ηρέμησε τότε κάπως αυτή, στρώθηκε στην κουζίνα, έπλυνε και τα πιάτα μαζί με δύο πουκάμισα που είχα αλλά τα έβαλε όλα μαζί στο πλυντήριο ρούχων και σπάσαν τα πιάτα έγινε της πουτάνας έβγαζε αφρούς το μηχάνημα, κοντέψαμε να τιναχτούμε στον αέρα. Όχι τίποτα άλλο αλλά ήταν και πορσελάνη βοημίας (δε μπορώ να φάω σε οτιδήποτε άλλο με πιανει αναγούλα) και σπάστηκα λίγο που χάλασα το σερβίτσιο μου. Αν ήταν να τα σπάσω τουλάχιστον να έβαζα και λίγο Σταμάτη Γονίδη (για να επανέλθουμε και στο αρχικό ζήτημα, εδώ ήθελα να καταλήξω και σας το γυρόφερνα) να το ευχαριστηθώ. Τελοσπάντων για να μην τα πολυλογούμε με την Κινέζα παντρευτήκαμε, αγοράσαμε και το κινέζικο το τζιπ που στο κρας τεστ με 60 χιλιόμετρα διαλύθηκε και σκεφτόμαστε ν’ανοίξουμε γραφείο συνοικεσίων ή κινέζικο φαστφουντάδικο με 28 ποικιλίες ρυζιού σε πίτα. Και στα δικά σας!

Γιατί έτσι μας αξίζει...

Sunday, November 13, 2005

Να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες...

Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες σε ειδική συλλεκτική έκδοση ένα διπλό cd με αξέχαστες επιτυχίες του αγαπημένου Έλληνα αοιδού Μάκη Χριστοδουλόπουλου. Την έκδοση συνοδεύει μοναδικό dvd ? έκπληξη τετράωρης διάρκειας με «λάιβ» εμφάνιση του Μάκη στη Γιορτή Κρασιού Αμπελώνα όπου 7000 κόσμος παραληρούσε στο άκουσμα της φωνής του. Τα εισιτήρια που είχαν εκδώσει οι διοργανωτές για εκείνη τη βραδιά ήταν 4000 αριθμός που αποδείχθηκε πολύ μικρός για να χωρέσει το πιστό κοινό του Μάκη το οποίο είχε συρρεύσει απ’ όλα τα γειτονικά μέρη σε ακτίνα 60 χιλιομέτρων. Γνωστές οι ρίζες του κιμπάρη Μάκη, μεγάλο μέρος του κοινού αποτελείτο από ομόφυλους του, παραδοσιακός οικισμός των οποίων απαντάται μόλις 10 χιλιόμετρα πριν τον Αμπελώνα και 3 μετά την Λάρισα (επομένως αντιλαμβανόμαστε ότι Λάρισα ? Αμπελώνας είναι 13 χιλιόμετρα, γρουσούζικος αριθμός) εις την Γιάννουλη, τόπο στον οποίον κατοικοεδρεύουν οι γνωστοί και από το σίριαλ «Ψίθυροι Καρδιάς» Βιλανάκηδες, κουμπαριά με τους οποίους διατηρεί ο φανερός θαυμαστής πλέον της Αλέκας, Απόστολος Γκλέτσος, ένα ντόμπρο παιδί, γνήσιος εκφραστής του λαϊκού αισθήματος και της ξενιτιάς με πνευματικό πατέρα τον Στέλιο Καζαντζίδη ο οποίος τον είχε μεν αποκληρώσει αφού όμως είχε φροντίσει να ξεκληρίσει ο ίδιος την περιουσία του για να γλιτώσει από τους απογόνους του που δε θα θέλαμε για να λέμε και τα πράγματα με τ’όνομα τους να γνωρίσουμε από κοντά διότι οι μαμάδες μας δε μας αφήνουν να κάνουμε παρέα με αγνώστους. Εκείνη λοιπόν τη μοναδική βραδιά ο μέγιστος Μάκης δήλωσε «Το αίμα νερό δε γίνεται» και κυριολεκτικά έγινε της πουτάνας. Το σπάνιο αυτό ντοκουμέντο μπορείτε να το δείτε στην μοναδικής πολυτέλειας και αξίας αυτή έκδοση στην προνομιακή τιμή των 21.99 γιουροντόλαρς, τιμή εξευτελιστική θαρρείς για το σύνολο της προσφοράς. Προσοχή! Η κασετίνα αυτή δε θα διαφημιστεί στις εκπομπές του Δημοσθένη Λιακόπουλου και ως εκ τούτου οποιαδήποτε απομίμηση που θα δείτε να διαφημίζεται στην Τι-Βι θα πρέπει να καταγγέλλεται άμεσα στο ΙΝΚΑ, τον Άρειο Πάγο, την Τατιάνα Στεφανίδου και το σύλλογο Ελλήνων κυνηγών. Το dvd περιέχει και γυρίσματα στο στούντιο που ηχογραφεί ο Μάκης το νέο του δίσκο, κάτι μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα καθώς πρόκειται για 10+2 ντουέτα με καταξιωμένους καλλιτέχνες. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο δίσκο θα συμμετέχουν οι: Paul Weller, Γιώργος Μαργαρίτης, Τζίμης Πανούσης, Belinda Carlisle, Alice Cooper, Bonnie Tyler, Τάσος Μπουγάς, David Bowie και άλλοι που για ευνόητους λόγους δεν αναφέρονται στην προδημοσίευση αυτή του δίσκου. Η δική μου συμμετοχή στο δίσκο αυτό είναι να κρατάω τα μπόσικα καθώς και ολόκληρο το art-work εμπνευσμένο όχι τόσο από τη βουκολική ζωή και τη στάνη αλλά από τη μοναξιά του σχοινοβάτη, του ακροβάτη και του αγωγιάτη. Ο Πάνος Κατσιμίχας θα παίζει φυσαρμόνικα ενώ ο Χάρης ως συνήθως δε θα ξέρει τι του γίνεται απ’ την πρέζα αλάτι που θα’χει ρίξει στο φαγητό και θα το’χει κάνει λύσσα διότι πάντα είχε ένα πρόβλημα με το κουταλάκι της σούπας και του γλυκού. Κάθε φορά χρησιμοποιεί λάθος, έχει βρει ένα μέγεθος και το’χει κάνει one size fits all. Όμως όχι φίλε μου δεν είναι έτσι τα πράγματα, η μαγειρική θέλει αγάπη κι έναν καλό τσελεμεντέ ή έναν καλό σεφ όταν τα πράγματα ζορίζουνε τριγύρω. Γύρω γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης κι ο Βασίλης κι ο Γιώργος και όποιος άλλος θέλει δηλαδή, εμείς διακρίσεις δεν κάνουμε προσπαθούμε μόνο για τον άρτον ημών τον επιούσιο που δεν πρέπει να έχει μέσα μαγικές ουσίες (μη γελάτε πονηρά) και ως εκ τούτου προκύπτει μέγα θέμα ανασχηματισμού από την κυβέρνηση (εδώ γελάτε άφοβα) Καραμανλή που τον λέμε και μερακλή. Σας αφήνω με μια κλασική επιλογή από τα κλασικά του Βαρελάδικου: Ανέβα στο τραπέζι μου κούκλα μου γλυκιά, χόρεψε και σπάστα όλα τούτη τη βραδιά.

Saturday, November 12, 2005

Μαλάκες ενωμένοι, Ποτέ νικημένοι!

Τι άλλο να πεις για μερικούς ανθρώπους που έχουν ξεφύγει από το κλισέ «έκαναν τη μαλακία τέχνη» αλλά έχουν ανυψωθεί σ’ένα υπερβατικό επίπεδα το οποίο οι κοινοί θνητοί δε μπορούμε εύκολα ν’αντιληφθούμε, τώρα το γιατί με ρωτάς μόνο να με συμπαθάς και καμιά φορά να τραγουδάς. Τι να σου τραγουδήσω, τι να πω, τα λόγια μου θα χαραμίσω γι’ αυτό ας εξαφανιστώ. Κάπως έτσι πρέπει να το σκέφτηκε ο Γιάννης Αγιάννης κι έκλεισε βιαστικός την πόρτα πίσω του.

Ο άλλος ο Γιάννης τώρα με τα δυο του τα κοριτσάκια έλαμπε από ευτυχία καθώς κοιτούσε μια φωτογραφία τους που είχε κορνιζαρισμένη στο γραφείο, συνήθεια απ’ τα παλιά αυτή που τηρείται σχεδόν ευλαβικά τόσα χρόνια τώρα απ’ τη μεγαλύτερη επιχείρηση ως το μικρότερο γραφειάκι. Μα καλά θα αναρωτηθεί κάποιος, αυτοί είναι οι μαλάκες, με τις φωτογραφίες;

Ξεγελιέσαι φίλε μου, δεν είναι αυτοί. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να τους βγάλουμε καμιά φωτογραφία τους μαλάκες όπως σ’ εκείνα τα παλιά τα γουέστερν σε στυλ επικηρυγμένων για να τους μάθει και ο κόσμος και να ξέρει ότι είναι παράδειγμα προς αποφυγήν. Μακριά από μας δηλαδή που έχουμε άλλα πράγματα να κάνουμε, περισσότερο σημαντικά ή και ασήμαντα ακόμα ποιος νοιάζεται άραγε;

Μ: -Θα βγούμε;
Φ: -Ναι.
Φ: -Λέμε να βγούμε θα έρθεις;
Τ: -Δε μπορώ είμαι καλεσμένος σε μία γιορτή.
Μ: -Σου είπαν για το βράδυ;
Τ: -Ναι, δε θα μπορέσω έχω να πάω σε μία γιορτή.
Φ: -Έκλεισα τραπέζι, όλα εντάξει.
Μ: -Δε θα μπορέσω.
Φ: -Έχεις διάβασμα;
Μ: -Όχι θέλω να δω τη Μ, καταλαβαίνεις. Θες να κάνουμε κάτι αύριο;
Φ: -Ξέρεις ότι τη Δευτέρα ξυπνάω στις 4:30 το πρωί.
Μ: -Ε αφού δε θα έρθει και ο Τ, ας το ακυρώσουμε το σημερινό.
Φ: -Μα όταν κανονίζαμε δεν ήξερες αν θα έρθει ο Τ κι εγώ κανόνισα το πρόγραμμα μου να βγούμε μαζί.

Ας πρόσεχες. Και τι είναι το πρόγραμμα σου δηλαδή; Τι μας το τσαμπουνάς; Επειδή δηλαδή σε πήρε ο άλλος τηλέφωνο για να βγείτε πρέπει σώνει και ντε να το κάνει κιόλας; Κι ύστερα λέμε για τα κουτσομπολίστικα περιοδικά και τα τοιαύτα. Εδώ ο άλλος πήρε ένα απλό τηλεφωνήματακι και το μετέτρεψε σε ολόκληρη έξοδο. Αυτό κι αν είναι διεστραμμένη φαντασία (Σκουντή με πιάνεις έτσι;).

Συνοδευτικό τραγούδι για το κυρίως πιάτο: Κρίμα το μπόι σου καλέ

In the mix...

Κέφι; Χορός; Διασκέδαση; Πάμε όλοι μαζί για τις Τζιτζιφιές να γλεντοκοπήσουμε παρέα με τον DJ Soulis ή αλλιώς τον άνθρωπο με το βιονικό αυτί. Οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη και μόνο ο Πασχάλης Τερζής έλειπε από το ρεπερτόριο ωσάν μια βιογραφική νότα στην πορεία του Σούλη που είναι φίλος του Ρασούλη.

Είμαι άστατος πολύ / κι όπου θέλω θα πηγαίνω
Μην κολλάς σ’ ένα φιλί / σε μια αγάπη εγώ δε μένω
Είμαι άστατος πολύ / από δω κι εκεί γυρνάω
Μην κολλάς σ’ ένα φιλί / γιατί εύκολα ξεχνάω

Και μετά στο καπάκι Κολεγιάλα για να ξεχυθούμε όλοι στην πίστα στην οποία όμως απαγορεύεται αυστηρώς και δια ροπάλου το τσιγάρο, το ποτό και το τρενάκι κι όχι τα ξενύχτια όπως πολλοί θα περίμεναν τα οποία έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια. Γιατί αυτό το έχει πει ο τρισμέγιστος Χρήστος Κυριαζής στον οποίον οφείλουμε αιώνιο respect.

Τα ‘σπασα όλα κι έφυγα / να μείνω δε μπορούσα
Και με τα ρούχα έφυγα / τα ρούχα που φορούσα

Κι οι μπαγλαμάδες να παίζουν τέλια και ο Ντίλαν τσιφτετέλια και να καούν τα κάρβουνα, άάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάάλααααααααααααα.

Λοιπόν έχουμε και λέμε. Η πρώτη τσελιγκιάδα του 2005 έλαβε τέλος σήμερα νωρίς τα ξημερώματα αφού ακολούθησε μια ξέφρενη πορεία η οποία όπως προαναφέραμε αποθεώθηκε εις τις Τζιτζιφιές. Η μέρα ήταν κουραστική, ταξίδια, μαθήματα, δουλειές, καναβουριές και μερικές μουριές για να συμπληρώσουν το ντεκόρ μας έφεραν στη γνωστή οδό πια Πανόρμου η οποία έγινε το ορμητήριο μας για το παρακείμενο ποτοπωλείο το οποίο όμως δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει την ακριβοδίκαιη σύνθεση της παρέας που διψούσε για αίμα, σπέρμα και δυο κιλά κοψίδια.

Έτσι τα πράγματα ηρέμησαν κάπως με garage, rock ‘n’ roll, blues και τσάμικα στον ομώνυμο χώρο της ιδίας οδού όπου οι βαρελίσιες κραφτ αποδείχτηκαν πολύ λίγες για να μας ξεδιψάσουν. Για να μην πω για τους straight χυμούς που εξαφανίσθηκαν εν ριπή οφθαλμού.

Και τότε έγινε η έκρηξη!

Boom Boom!

ή μάλλον... boooooooooooooooooooooooooom!

Εντάξει η Παρασκευή είναι σαφέστατα πιο χαλαρή μέρα σε σχέση με το Σάββατο γι’ αυτό το τεράστιο μέρος αλλά και πάλι είναι μια μικρή και άξια πρόγευση. Η διακόσμηση εξ’άλλου και οι ατάκες του DJ Soulis παραμένουν ίδιες κι απαράλλαχτες, Ναι πάμε! Έτσι πολύ ωραία, πιο δυνατά!

Και να το χιόνι από τον Υμηττό και την Πάρνηθα, και δώστου οι μπουρμπουλήθρες και πίσω από τις λέξεις κάθεται ο Αλέξης κι αγαπώ τον τρόπο που χτυπά η καρδιά σου αλλά και Μπιτ ιτ μαζί με Donna Summer και Sandra για να μη ξεχνιόμαστε.

Μία σχεδόν καθ’ ολοκληρία λασπερή βραδιά η οποία λίαν συντόμως θα επαναληφθεί γι’αυτό περιμένουμε και τις συμμετοχές σας. Θα ακολουθήσει λαχειοφόρος αγορά.

Friday, November 11, 2005

Κλείνει η ψαλίδα...

Σύμφωνα με δημοσκόπηση της εταιρίας Metron-Analysis κλείνει η ψαλίδα μεταξύ κυβερνώντος κόμματος και αντιπολίτευσης, δηλαδή μεταξύ δεξιάς και δεξιάς. Οι ψηφοφόροι είναι άτομα τα οποία έχουν στερημένη πολιτιστική ζωή σύμφωνα με άλλη έρευνα της ίδιας εταιρίας από την οποία προκύπτει ότι μετά το dvd και την ταβέρνα η επόμενη προτίμηση για τον Έλληνα είναι ο καφές στην πλατεία αναβιώνοντας έτσι το κλασικό πια σύνθημα «Πάμε πλατεία;» το οποίο με την έρευνα τούτη εδραιώνει τον ισχυρισμό ότι δεν πέθανε ή δεν ξεχάστηκε ποτέ, δε τη σκιάζει φοβέρα καμιά, μοναχά προς στιγμή ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά. Ναι μάλιστα όλα τούτα για την πλατεία και το φραπόγαλο.

Εντωμεταξύ δε θα πρέπει να λησμονήσουμε και το τεράστιο πρόβλημα της ψαλίδας το οποίο κάθε γυναίκα παλεύει για να καταπολεμήσει με ενέργειες αμφιβόλου αποτελεσματικότητας οι οποίες μπορούν κάλλιστα να χαρακτηριστούν και ως αμφισεξουαλικές κάτι το οποίο προκύπτει από τη διττή φύση των σαμπουάν τα οποία χρησιμοποιούνται πολλάκις για την προστασία της τρίχας από τους εξωτερικούς εισβολείς που καπηλεύονται τη λαμπερότητα μα και τη λαμπρότητα των μαλλιών τα οποία ειδικά τη μέρα της λαμπρής οφείλουν να λάμπουν ωσάν το αναστάσιμο φως, ειδικά τα βαμμένα στο κόκκινο του αυγού αλλά προς Θεού μην αρχίσετε να τσουγκρίζετε τα κεφάλια σας θα υπάρξει πρόβλημα.

Από την άλλη βέβαια κανείς δε μπορεί να ξεχάσει το μικροσκοπικό αυτό ζωύφιο με την κοινή ονομασία ψαλίδα το οποίο και απαντάται πολύ συχνά όχι σε τροπικές άνδεις μα σε βουλωμένες μπανιέρες και γενικά τη βρίσκει με το αποχετευτικό σύστημα. Ίσως αυτό το κλείσιμο της ψαλίδας να είναι και αλληγορικό και να συμβολίζει ότι από τα σκατά δε γλιτώνουμε έτσι κι αλλιώς γι’αυτό καλό θα είναι να μη ξεγελιόμαστε με τέτοιου είδους δημοσκοπήσεις οι οποίες μόνο στόχο έχουν να ξεγελάσουν το λαό ότι κάτι αλλάζει.

Τσελιγκιαδα 2005 - Προσεχως!!!

Ανακοίνωση: Στα πλαίσια της πρώτης τσελιγκιάδας η οποία θα λάβει χώρα εν Αθήναι τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου και τις τελευταίες της Παρασκευής αναζητούνται άτομα για παρακμή και συμμετοχή στα δρώμενα τα οποία περιλαμβάνουν ζυθολαγνικά σπορ καθώς και ρίψη γκλίτσας. Επιτυχία εξασφαλισμένη, διασκέδαση εγγυημένη.

Guest Star: Ο γνωστός πλινθοκτίστης του ΑΧΕΠΑ

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει γι'άλλη μία φορά.
Άντρες μόνοι αποκλείονται.

Thursday, November 10, 2005

Να σταματήσω δε μπορώ...

...εσένα και το Marlboro. Πήγαινα στο video club να επιστρέψω κάτι ταινίες κι ακούω τον αξιοσέβαστο ομολογουμένως στίχο σε ρυθμό νησιώτικου από παρακείμενο σταματημένο αυτοκίνητο κι έτσι σκέφτηκα ν’αρχίσω το χορό αλλά δυστυχώς δεν είχα μαντίλι μαζί μου κι έτσι αρκέστηκα να κουνάω ψηλά τα χέρια μου και να χτυπάω παλαμάκια διότι ήμουν μες στο κέφι και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε γκουτου γκούτου.

Καρδιά μου κάνε υπομονή ειν’ κι άλλος κόσμος που πονεί. Μιλάμε για καταιγιστική συνέχεια την οποία και υποδέχτηκα με ζητωκραυγές, σ’ένα ξέσπασμα από καρδιάς αφού θυμήθηκα τα πρινς που κάπνιζα κάποτε κι έτσι πλησίασα τον τύπο στο αυτοκίνητο και τον ρώτησα αν έχει το Kiss του Πρινς που θα ταίριαζε πολύ μετά τα νησιώτικα. Δεν το ήξερε κι έτσι έπρεπε να του τραγουδήσω το ρεφρέν.

You don’t have to be rich / to be my girl
You don’t have to be cool / to rule my world
Ain’t no particular sign I’m more compatible with
I just want your extra time and your Kiss

Ο τύπος με κοίταξε κάπως περίεργα και με ρώτησε αν υπονοώ κάτι με το συγκεκριμένο τραγούδι αλλά εγώ του ξεκαθάρισα πως αυτά που έχει στο μυαλό του να τα ξεχάσει μ’εμένα κι αυτός τότε μάρσαρε επιδεικτικά την κουρσάρα του ενώ εγώ τον ρώτησα αν έχει Παπαρίζου για να γεφυρώσουμε λίγο το χάσμα. Με κοίταξε απαξιωτικά σαν να είχα ρωτήσει τον Νίκο Γκάλη αν έχει μπάλα του μπάσκετ σπίτι του.

Μετά έβαλε ένα τραγούδι το οποίο με προβλημάτισε εντόνως και θεώρησα ότι οι εχθροπραξίες είχαν αρχίσει διότι εξαπόλυε τη μία απειλή μετά την άλλη. Από τα ηχεία με δυναμωμένο το μπάσο άκουσα «Ούτε στον εχθρό μου να μην τύχει, να’χει τέτοια τύχη» και κατάλαβα ότι ζόρισε το πράγμα, κάτι τέτοιο δε μπορούσα να το ανεχτώ. Τον ρώτησα ποιος λέει το άσμα ασμάτων και μου απάντησε κοφτά «Γιάννης Τάσσιος». Τότε πήγα να του βγω σα δεξί εξτρέμ και τον ρώτησα αν έχει Γιάννη Πουλόπουλο για να φτιαχτούμε λίγο ή έστω Γιάννη Πάριο που και νησιώτικα λέει όπως το πρώτο κομμάτι που έβαλε αλλά έχει και ερωτικά.

Αυτό το ερωτικά μάλλον του έφτιαξε το κέφι γιατί το γύρισε σε Δέσποινα Βανδή κι εδώ δε μπορώ να μην προβώ και στη συγκλονιστική αποκάλυψη. Το Δεσποινάκι μας αύξησε τον όγκο του στήθους του εις το τμήμα πλαστικής χειρουργικής του μαιευτηρίου λητώ. Ινκόγκνιτο παρακαλώ, μπήκε από την πίσω πόρτα, έκανε τη δουλειά της κι έφυγε σαν κυρία. Εκεί κοντά είναι και η πρεσβεία του Ισραήλ και στο παρατσακ γλιτώσαμε τα χειρότερα γιατί το στήθος της κυριολεκτικά κόντευε να σκάσει σαν ωρολογιακή βόμβα.

Εγώ τη Δέσποινα ως Παναθηναϊκός από τότε που τα έφτιαξε με το Ντέμη που είναι ΑΕΚΤΖΗΣ δεν την έχω και σε μεγάλη υπόληψη γιατί εντάξει το ότι έβαλε βυζιά της το συγχωρώ, το ότι κυκλοφορεί σαν τον Τζορτζ Μπους με μπότες και καπέλα καουμπόικα επίσης της το συγχωρώ αλλά δε μπορεί να βγαίνει με τα κασκόλ της ΑΕΚ σαν κατίνα. Ε όχι ρε Δέσποινα αυτό δε μπορώ να στο συγχωρήσω κι έτσι της αφιέρωσα το τραγούδι Να τη χαίρεσαι την καινούρια σου αγάπη να τη χαίρεσαι κι έφυγα από το video club σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ήρθε ένας μάγος...

Ακούγοντας το κάλεσμα της φύσης χθες τα ξημερώματα έκανα μια βόλτα από την κουζίνα, εφοδιάστηκα με περιοδικό On/Off της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας και οδηγήθηκα εις το θρόνο. Επειδή πρώτη μούρη φάτσα κάρτα ήταν ο απεχθής σ’έμενα Απόστολος Γκλέτσος που πολλοί μπερδεύαν με τον Γλέζο μάλλον γιατί μπορούσαν να συγκριθούν οι ικανότητες τους στο ζεϊμπέκικο, αποφάσισα ν’αρχίσω να το διαβάζω από την ανάποδη.

Εκεί έπεσα σε άλλη μεγάλη συμπάθεια, εν ονόματι Χάρης Ρώμας με το καφέ της χαράς του. Νούμερο ένα λέει κι εγώ δε μπορώ να διαφωνήσω στο ότι ναι μεν είναι ένα μεγάλο νούμερο η σειρά αυτή απ’ όποια πλευρά κι αν τη δεις αλλά δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται και για το μεγαλύτερο. Πάντως σύμφωνα με τα όσα λέει η μανταμ ειτζιμπι κάνει τα μεγαλύτερα νούμερα πάντα όμως οι μετρήσεις αυτές καταγράφουν ποσοστά επι των ανοικτών δεκτών.

Κοιτάζοντας γενικά το τοπ-τεν της περασμένης εβδομάδας θυμήθηκα τον Χάρυ Κλυν με το «Δοξάστε με, σας αξίζω». Και μάλλον κάπως έτσι είναι τα πράγματα τελικά. Έχουμε όλα τα σκατά μπροστά μας που ούτε οι μύγες (tip by angelito) δεν τα πλησιάζουν κι εμείς τα δοξάζουμε. Κι εγώ δηλαδή σα μαλάκας κάηκε η τηλεόραση και πήγα να την αλλάξω. Όλοι αγοράζουν τηλεοράσεις. Plasma, LCD, απ’τις απλές, της πουτάνας γίνεται.

Και κανείς δε βλέπει τηλεόραση! Αν βγεις στο δρόμο και πιάσεις 20 άτομα θα σου πουν ότι δε βλέπουν τηλεόραση σε ποσοστό τουλάχιστον 80%. Στο ίδιο ποσοστό άλλοι 20 θα σου πουν ότι αγόρασαν σχετικά πρόσφατα αυτή τη συσκευή. Άντε βάλτα κάτω να τ’αρμέξουμε. Θα σου πουν ότι τη συνδέουμε με το dvd, με το playstation, την έχω για το champions league και άλλα τέτοια. Κι εγώ για τον ίδιο λόγο λέω ότι την πήρα αλλά βλέπω και Κους Κους το μεσημέρι για να ενημερωθώ και να εξημερωθώ.

Είδαμε και τον Εργοτέλη χθες που μας κέρασε ένα παστέλι να με το συμπάθειο. Κι ότι έλεγα τις προάλλες να πάω γήπεδο μετά από ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσα χρόνια. Τότε που πέφταν οι τσεκουριές και το ξύλο το πολύ και οι μάχες μεταξύ των οργανωμένων οπαδών ήταν αν μη τι άλλο ηρωικές. Τους ταιριάζει βέβαια και άλλη λέξη, το ηλίθιες αλλά μην το κάνουμε και θέμα, διαβάζουμε μόνο πρώτο θέμα με το Μάκη και το Θέμο γιατί δε μας φτάνει μια ζούγκλα κι ένας κίτρινος τύπος.

Και λέω μετά τι μαλάκες είναι οι άλλοι που πάνε και παντρεύονται, τα σκάνε στις γκόμενες χοντρά, τις αφήνουν να τους καταδυναστεύουν τη ζωή και γενικά υφίστανται μια καταπίεση. Ο μαζοχισμός φαίνεται ότι έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά απλά μερικοί χρειάζονται και βοηθήματα (τηλεόραση) για να φτιαχτούν ενώ μερικοί έπεσαν από μικροί στη χύτρα (γαλάτες που δεν απογαλακτίστηκαν από τη μάνα τους).

Wednesday, November 09, 2005

Για πάσα νόσο...

...και για πάσα μαλακία που λέει και το μεγάλο το άσμα το ατελείωτο. Διότι έρχεται ο άλλος και σου λέει «Φίλε πήγα στο καζίνο χθες το βράδυ». Είσαι έτοιμος να πεις στ’ αρχίδια μου αλλά ξέρεις ότι έχει ψωμί ακόμα η υπόθεση οπότε γιατί να χαλαστείς από τόσο νωρίς; Περίμενε το τελειωτικό χτύπημα για να είσαι εντάξει, να έχεις και μία διάρκεια για να το ευχαριστηθείς. Τα ξερά, τα μονοκόμματα είναι πια μπανάλ.

Και η συνέχεια έρχεται καταιγιστική. Έχασα σου λέει και δεν εκπλήσσεσαι γιατί εκεί πας για να χάσεις. Έχεις ένα πλεόνασμα χρημάτων και δε ξέρεις τι να το κάνεις, θες να ξεπλύνεις λίγο βρώμικο χρήμα, διαβάζεις Φον Μαζόχ κάτι τέτοιο τελοσπάντων πρέπει να συμβαίνει και πας για να τ’ακουμπήσεις και να φύγεις και χαρούμενος για να ξαναπάς. Γιατί είναι κι αυτό να πούμε μια κοινωνική εκδήλωση, εκδηλώνεις βέβαια λίγο άγρια ένστικτα, αλλά αν δεν εκδηλωθείς πως θα δηλωθείς στην κάστα την καλή;

Διότι περί δηλώσεως είναι το όλο ζήτημα αγαπητοί μου. Και να μεν λέμε ότι εδώ στην Ελλάδα ότι δηλώσεις είσαι αλλά πρέπει μερικές φορές να το αποδείξεις κιόλας. Καλά λοιπόν τα λόγια αλλά όταν φτάνουμε στις πράξεις τι γίνεται; Εκεί υπάρχει πρόβλημα και μάλιστα μεγάλο. Και η φύση του προβλήματος; Οικονομική βεβαίως βεβαίως.

Ερωτοχτυπημένος ο νεαρός, τι νεαρός δηλαδή κοντεύει και τα τριάντα αλλά εδώ θα μου πεις πας σε μια κηδεία ενός εξηντάχρονου κι ακούς «Νέος έφυγε!», μάλλον νιάνιαρο πρέπει να τον λέω τον εν λόγω κύριο γνωστό πλέον και ως δηλωσία. Του γυάλισε η μικρά κορασίδα η οποία έχει εκλεπτυσμένα γούστα. Πως να τα ικανοποιήσεις όμως με 800 ευρώ μηνιάτικο; Εκεί υπάρχει ένα πρόβλημα και μάλιστα οξύτατο.

Αρχίζεις ψάχνεις τα παντελόνια σου και τα σακάκια σου, τα γυρνάς όλα ανάποδα μπας και πέσει κανένα ψιλό και με ότι μαζέψεις πας να της αγοράσεις ένα ταπεινό δωράκι των διακοσίων ευρώ γιατί η αγάπη θέλει πράξεις και όχι λόγια. Η μικρά όμως γουστέρνει και ρομαντικά τριήμερα στα διάφορα σαλέ κι ενώ εσύ γουστάρεις το παλέ (ντε σπορ) αναγκάζεσαι χωρίς το φίλο σου τον Επαλέ (σκόραρε προχθές) ν’αρχίσεις να ξεπουλάς κάτι παλιά κειμήλια που είχες σπίτι για να της προσφέρεις ρομαντικό σαβ/κο στο Καρπενήσι σε σουίτα με τζακούζι κι έναν αράπη συντροφιά γιατί η τιμή τσούζει, 295 γιουροντόλαρς αλλά το κοριτσάκι δεν μπορεί να μείνει όπου κι όπου.

Αυτά τον ακούς να σου εξομολογείται και είσαι έτοιμος να του πεις πως μαλάκες έχεις γνωρίσει πολλούς νουνού όμως μόνο ένα αλλά ο πάτος είναι πιο χαμηλά. Ναι αγαπητοί φίλοι και αγαπητές φίλες υπάρχει και πιο κάτω απ’αυτό. Ξοδεύεται ο μαλάκας και γυρνάει η νεαρά κορασίδα με φυσικότητα για να αποσαφηνίσει την κατάσταση διότι ο φίλος έχει ξεκινήσει να μπερδεύεται. «Μωρό μου εμείς ΔΕΝ τα έχουμε, αυτό εδώ είναι κάτι FREE». Τι free μωρέ μαλάκα που σου ‘χει στοιχίσει ο κούκος αηδόνι!

Tuesday, November 08, 2005

Bring Back The Funk...

Γιατί και η μαλακία πρέπει να έχει ποιότητα. Αλλιώς ρε παιδί μου χάνει το νόημα της. Σε ξενερώνει το δίχως άλλο. Κάτι τέτοια σκεφτόμουν καθώς ο παπάρας έλεγε ότι θα πρέπει να διεξέλθουμε αυτό το φυλλάδιο. Τις άλλες φορές έπρεπε να διεξέλθουμε ένα paper, αυτή τη φορά ήταν φυλλάδιο. Όχι ότι είχε και μεγάλη διαφορά δηλαδή, μαλακία η μία, μαλακία και η άλλη, απλά η μία είναι πιο επιστημονική από την άλλη. Κάπου εδώ είναι που δικαιώνονται όσοι λένε πως αν πετύχει η μαλακία τύφλα να’χει το γαμήσι. Και μαθαίνεις για την πεθερά του τύπου η οποία άκουσον άκουσον σχετίζεται άμεσα με το αν είσαι κομπλεξικός. Ναι βέβαια, η πεθερά μπορεί να δημιουργήσει κόμπλεξ ειδικά αν σου κάνει δώρο ένα ρόλεξ. Τι λείπει εδώ θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης; Εμπιστοσύνη. Πως την αποκτάς; Μέσω της γνώσης. Αρχίζεις να διεξέρχεσαι από φυλλάδια και paper, πλακώνεσαι και στα διδακτορικά, γίνεσαι και γαμώ τους επιστήμονες, γυρίζεις και καμία ταινία γιατί το βλέπεις σκηνοθετικά το όλο θέμα και στη συνέχεια αποκτάς αυτό το self esteem. Ναι μάλιστα έτσι το είπε, σελφ εστίμ, όνομα και πράγμα, δεν είναι βόας δεν είναι κροταλίας και επειδή μιλάγαμε για μαλακία τόση ώρα ας αποτίσουμε το δέοντα φόρο τιμής στη Χουφταλία που μας έχει συντροφεύσει στα εφηβικά χρόνια με σθένος και αρωγή με τις απαραίτητες συνέπειες βέβαια όπως τριχοφυϊα στην παλάμη, προσωρινή ή και μόνιμη τύφλωση και άλλα τέτοια φοβερά και τρομερά που σίγουρα δημιουργούν ένα ενοχικό σύνδρομο στο νεανία που εκείνη την περίοδο μπορεί να χαρακτηρισθεί άνετα και ως αυνανίας καμία σχέση με τον ανανία αλλά σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε πως έννοιες όπως περιβάλλον, ενέργεια, σκυρόδεμα, project management και τα λοιπά σε βοηθάν ν’αντιμετωπίσεις επιτυχώς την πεθερά σου για να μπορεί μετά να σε καμαρώνει και να λέει τι λεβέντη γαμπρό που έκανα. Όλα αυτά τα διανθίζουμε και λίγο για να μπορούμε να γελάσουμε. Αυτός το είπε όχι εγώ. Προσπάθησα, τ’ορκίζομαι αλλά δεν τα κατάφερα, δεν μπόρεσα όχι δε γίνεται δεν είναι δυνατόν, λυπάμαι, ειλικρινά λυπάμαι αλλά δε γινόταν, εγώ δε γέλασα. Ούτε και κανείς άλλος απ’ όσο θυμάμαι αλλά μικρή λεπτομέρεια αυτή τώρα, μπροστά στην αιωνιότητα. Έτσι είπε ο άλλος. Μ’ένα τόμο 1400 σελίδων στο χέρι και με υφάκι. Γιατί μεγάλο είναι; Σιγά ρε μεγάλε Κύκλωπα. Όλα τα βιβλιαράκια που βγαίνουν εκεί γύρω παίζουν, 1200 με 1400 σελίδες, βιβλία τσέπης για να τα διαβάζει κανείς στο λεωφορείο να περνά η ώρα του καθώς πηγαίνει από τη δουλειά σπίτι, Αλεξανδρούπολη ? Καλαμάτα έτσι για πλάκα. Κι έρχεται η άλλη και μετά και σου λέει να πάτε να γράψετε ένα σενάριο. Πας καλά μωρή; Τι σενάριο και κουραφέξαλα; Κάτσε και γράψε ότι θες να γίνεις και διάσημη, να χεστείς στα φράγκα, να σε δούμε και στην τιβί και να γελάμε όλοι μαζί. Εννοώ ότι θα είμαστε παρέα όταν θα το βλέπουμε αλλά θα γελάμε για διαφορετικό λόγο. Εσύ γι’αυτά που έγραψες, εμείς με σένα, οι άλλοι με μας που θα μας βλέπουν να γελάμε, έτσι θα υπάρχει μια ανακύκλωση γέλωτος και αναψυχής. Θα πίνουμε και αναψυκτικά εκείνη την ώρα για να ξεδιψάσει το πικραμένο από κάθε άποψη χειλάκι μας και είναι αυτό που λένε ότι θα γελάσει και ο κάθε πικραμένος. Σαν το γλυκό που έφαγα σήμερα με την πικρή σοκολάτα κι ύστερα γέλαγα όλη μέρα. Μα το Θεό, δε μπορούσα να κρατηθώ με τίποτα. Γέλιο να δεις αδερφάκι μου. Και μετά πάω να ψωνιστώ, όχι στη Συγγρού εκεί πάω μόνο βράδια, απόγευμα ήταν και πέρασα μια βόλτα από το μετρόπολις γιατί δεν ένιωθα καλά και ήθελα να ξεσπάσει το καταναλωτικό μου όργιο και έτσι αρκέστηκα σ’ένα cd που μου φάνηκε συμπαθητικό και θ’ακούσω οσονούπω, το νέο του Paul Weller , πλέον που με 15.70 ούτε να γαμήσεις δε μπορείς ας ακούσουμε και κανένα δίσκο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορείς να δεις κιόλας διότι απ’ότι πήρε το μάτι μου έχει κι ένα dvd μέσα η συσκευασία. Χάρηκα στην αρχή, νόμιζα ότι θα ήταν με διαφημίσεις να δω να ξεχαστώ για λίγη ώρα αλλά τελικά τζίφος η δουλειά, κάτι δικά του είναι δε ξέρω τι ακριβώς θα το ανακαλύψω κάποια στιγμή, τώρα προς το παρόν ας αρκεστώ στο cd, να δούμε αν ψωνίσαμε από σβέρκο. Εκεί λοιπόν στο μετρόπολις συνάντησα παλαιό συμφοιτητή και τα είπαμε για λίγο. Τι μαλακία έκανα που δεν του ζήτησα το e-mail, το μετάνιωσα μετά αλλά θα ξαναπάω την άλλη εβδομάδα ίδια μέρα και ώρα μήπως τον πετύχω. Κισμέτ είναι αυτό ποτέ δε ξέρεις από που θα σου έρθει και πως. Γι’αυτό φύλαγε τα ρούχα σου για να’χεις τα μισά. Βολιώτης ο ψηλός, διότι είναι κοντά στα δύο μέτρα, μαλακία που δεν το έριξε στο μπάσκετ, θέλει λέει κάποια στιγμή να πάει εκεί. Μακάρι φίλε μου, μακάρι, του το ευχήθηκα δηλαδή κι από κοντά αλλά θέλει ρίσκο, θέλει και άτομα, έχουν γαμηθεί όλα τελικά. Αλλά αν δεν πάρεις και κανένα ρίσκο επίσης προκοπή δε θα δεις. Βέβαια μπορεί να το πάρεις και πάλι προκοπή να μη δεις αλλά να τον πάρεις αλλά θα το’χεις πάρει τουλάχιστον. Άσχετα αν στο τέλος θα τον έχεις πάρει. Μεγάλο αλισβερίσι γίνεται τελικά κι εγώ σκεφτόμουν ε ρε μανούλα μου τι θα γίνει με αυτό το ιντερνέτ, ο τόνος στη λήγουσα παρακαλώ, δε ξέρω γιατί ο άλλος το είπε και αφού διανθιζόμαστε γενικώς ας το διανθίσουμε κι αυτό έτσι για να γελάσουμε και λίγο, χα χα χα. Μπουκάρω λοιπόν μετά το δισκοπωλείο στον ηλεκτρικό και τσουπ δυο πρώην φοιτήτριες μου μπουκάρουν κι αυτές στην επόμενη στάση. Τρόμαξα να τις γνωρίσω. Αυτές τρόμαξαν όταν με γνώρισαν. Δίκαιο μου φαίνεται. Είπαμε τα νέα μας, τις φόρτωσα και μ’ένα κάρο χαιρετίσματα για τα υπόλοιπα παιδιά που θα συναντούσαν και τους έκανα πέρυσι και σκέφτηκα για δεύτερη φορά ότι θα έπρεπε να τους είχα δώσει το e-mail μου να πηγαίναμε καμία βόλτα όλοι μαζί σε τίποτα μπουζούκια για να τα πούμε με την ησυχία μας. Οι καφετέριες τώρα πια έχουν γίνει ντεμοντέ, στα μπουζούκια κάνεις κοινωνικές επαφές σαν άνθρωπος. Και μετά βγαίνεις και λες σε συνάντησα στην πλαζ και φορούσες τιρκουάζ αλλά σε είχα συναντήσει και στα Εξάρχεια μερικές φορές και φόραγες το ίδιο παντελόνι που φοράς κάθε Τρίτη. Εγώ φοράω το ίδιο κάθε μέρα οπότε μη χαλιέσαι, δεν το είπα για κακό, απλά σου δίνει στυλ όπως και να το κάνουμε. Αν διαβάσεις κάποιο προηγούμενο ποστ να πάρεις και κανένα κασκόλ θα σου πηγαίνει. Μπαγασάκο. Αυτά που μας είπες σήμερα ήταν και γαμώ τις κουλτούρες άσχετα αν αυτογειώθηκα και προσπαθούσα να σε φανταστώ σε στάση σούπερμαν αλλά να κρατάς ένα δίσκο σερβιρίσματος στο τεντωμένο χέρι στον οποίο δίσκο θα είχες πάνω ένα dry martini, στιρντ νοτ σέικεν για να το πιω στην υγεία σου, να φτιάξουμε και κεφάλι δηλαδή αφού φεύγω που φεύγω με πονοκέφαλο τουλάχιστον να έχω και μια αξιοπρεπή αιτία. Είδα και το Θόδωρο στο δρόμο, χαιρετηθήκαμε, συμπαθητικός τύπος αλλά χειμώνα καλοκαίρι φοράει σακάκι. Ε αυτή του τη μανία δεν την κατάλαβα ποτέ. Όχι κοστούμι, ποτέ δεν τον έχω δει με κάτι τέτοιο μην παρεξηγηθούμε. Σκέτο σακάκι σαν του Νταλάρα που λέει ότι το σακάκι του κι αν στάζει σου το λέω δε με νοιάζει και τα ρέστα. Στο λέω δε με νοιάζει για να μη λες μετά ότι δεν στο είπα.

Πρωινό Όνειρο...

Ήτανε πρωί, αυτό το θυμάμαι σίγουρα. Κοίταξα γύρω μου, τίποτα γνωστό, έψαξα για τα σημάδια που θα με προσδιορίζαν, κάθισα ανακούρκουδα στο κρεβάτι μου κι άρχισα να συζητάω με το ταβάνι, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι μιλάω με το Θεό αλλά ήταν πρωί και το πρωί δε μιλάω ποτέ με το Θεό, προτιμώ το βράδυ που η ατμόσφαιρα είναι πιο κατανυκτική και στο φιλμνετ δείχνει και ωραίες αισθησιακές ταινίες οι οποίες με βοηθούν να γίνω καλύτερος άνθρωπος και χειρότερος εραστής. Στο κομοδίνο μια εφημερίδα, την ανοίγω σε μια σελίδα τυχαία και αρχίζω να διαβάζω, είναι η διαφήμιση ενός αυτοκινήτου και σκέφτομαι ότι πρέπει να πάω το δικό μου για σέρβις, ψάχνω το τηλέφωνο κάπου εκεί είναι παρατημένο, το βρίσκω τελικά και σχηματίζω τον αριθμό, ναι γεια σας, για ένα σερβις των 20000 χιλιομέτρων, ναι το σύνολο είναι 80000, να περάσω; Ωραία, ευχαριστώ σε μισή ώρα θα είμαι εκεί, πήγα την επόμενη μέρα στη μιάμιση το μεσημέρι, ο τύπος γκρίνιαξε, έχω προβλήματα του είπα και κατάλαβε, πήγα με τα πόδια στη δουλειά, έφτασα έπειτα από δύο ώρες αλλά δεν ήθελα να μπω σε κανένα λεωφορείο, τα έβλεπα σαν μεγάλα κονσερβοκούτια χωρίς σαρδέλες μέσα, ο κόσμος ήταν λιγοστός, έχουν αγοράσει όλοι αυτοκίνητα και βγαίνουν στους δρόμους, που να πάρεις λεωφορείο τη σήμερον ημέρα είναι μια σκέτη καταστροφή, σαν εκείνη που είχε γίνει στη Σμύρνη το 1922 και μάλιστα χωρίς να έχουν και λεωφορεία αστικά αλλά για υπεραστικά δε ξέρω αυτά που εμείς σήμερα τα λέμε κτελ και που εκτελούν δρομολόγια σε όλη την αθάνατη ελληνική επικράτεια, έσκυψα κάτω να σηκώσω ένα πεταμένο κουτάκι από μια κόκα κόλα, το πέταξα σ’έναν κάδο αλλά μετάνιωσα που το αποχωρίστηκα τόσο νωρίς, δεν πρέπει να αφήνω τα πράγματα να φεύγουν από κοντά μου τόσο νωρίς, δεν πρέπει ν’αφήνω τα πράγματα να έρχονται τόσο κοντά μου ο αποχωρισμός γίνεται πάντα δύσκολος κι όταν δεν έχεις έναν ώμο να κλάψεις αλληθωρίζεις από τον ωμό αυτό κόσμο, τρομάζεις μερικές φορές, γελάς τις υπόλοιπες, η πιο καλή ιδέα είναι αυτή, να γελάσεις, να πετάξεις, φεύγεις; Κι ύστερα που πηγαίνεις; Νομίζεις πως θα βρεις καλύτερα; Γελιέσαι φίλε μου, σταμάτα να ξοδεύεις άδικα την ενέργεια σου, δεν υπάρχει λόγος, εν αρχή ην ο λόγος, δεν υπάρχει ούτε αρχή λοιπόν, δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα που θα μπορούσες να σταθείς, τίποτα που θα μπορούσες να κοιτάξεις, να γελάσεις, να κλάψεις να ευχαριστηθείς. Κι όλα μαζί το συνθέτουν αυτό, τι ωραίο τοπίο θεε μου, κοντεύω να εκραγώ από ευτυχία θάβοντας τη δυστυχία.

Slow Nerve Action

Θυμάμαι την πρώτη μέρα στο στρατό όπου μας δώσαν τα νέα συνολάκια της συλλογής του Αρμάνι για να φορέσουμε. Εντάξει εγώ τα πήρα με μία καθυστέρηση διότι μ’έπιασε κακός ψόφος και πυρετός τις πρώτες ημέρες και με κρατάγανε αμπαρωμένο στο αναρρωτήριο για να μην κολλήσω και τους υπόλοιπους. Την Τρίτη μέρα κατά τας γραφάς λοιπόν πήγα κι εγώ για να προβάρω τη νέα χειμερινή-θερινή κολεξιόν κι ανάμεσα σε όλα τ’άλλα αντίκρισα και τον τρομοκρατικό σκούφο, γνωστό και ως full face επειδή καλύπτει όλο το πρόσωπο κι αφήνει μάτια και μύτη ελεύθερα. Πως βλέπουμε ληστές, κομάντος, τη 17Ν και την αντιτρομοκρατική; Ε, ένα τέτοιο πράγμα πήραμε κι εμείς κι έσκασα στα γέλια καθώς το κράτησα με στοργή, αγάπη και προδέρμ στα χέρια μου. Δεν πάμε καλά σκέφτηκα αλλά δεν υπήρχε λόγος να χαλάσουμε τις καρδιές μας από τόσο νωρίς κι έτσι τον έχωσα τον σκούφο αυτόν στο σάκο και συνέχισα με τις μάλλινες κάλτσες. Η θεά τύχη τα έφερε έτσι ώστε αφού ειδικεύτηκα και εξειδικεύτηκα για τα καλά στον πλανήτη Τρίπολη να πάρω την άγουσα όχι για τ’αποδυτήρια αλλά για την παραμεθόριο, δηλαδή τη Λάρισα. Η Λάρισα είναι μια πόλη ξακουστή για τις ροζ γκαρσονιέρες και την υγρασία της. Το δεύτερο είναι αυτό που σε ενοχλεί περισσότερο, το πρώτο αυτό που σε κάνει να ξεχνάς το δεύτερο με αποτέλεσμα να πηγαίνεις στη σκοπιά προετοιμασμένος, φορώντας δηλαδή το full face σου το οποίο πάντα φόραγες και στο κρεβάτι με τις ζουμερές σαρανταπεντάρες. Στο κρεβάτι το φόραγες για προφύλαξη επί παντός σκοπού ενώ στη σκοπιά για προφύλαξη από το κρύο. Το κρύο λοιπόν είναι τσουχτερό κι εμείς εδώ οι κάτοικοι των Αθηνών το έχουμε νιώσει για τα καλά στο πετσί μας. Τις τελευταίες ημέρες έχει τύχει αρκετά μεσημέρια, τονίζω το μεσημέρια, όπου εντάξει ο ήλιος δεν σου προκαλεί έγκαυμα αλλά σε κάθε περίπτωση ένα χαδάκι στο ρίχνει, μια κλεφτή ματιά, δυο-τρεις ακτίνες θα’ρθουν να σ’ακουμπήσουν στοργικά. Με άλλα λόγια για Νοέμβρη μήνα μια χαρά καιρό έχει, τις πιο πολλές βραδιές ούτε καλοριφέρ δεν ανάβουμε διότι δε χρειάζεται. Ένα ξύλο όμως στο τζάκι το πετάμε έτσι για τη συντροφιά ή για να ψήσουμε και κανένα λουκάνικο ή καμία πατάτα στη χόβολη. Ντάλα μεσημέρι λοιπόν έχουν βαλθεί να με διαολίσουν όλοι. Τους βλέπω κουνάμενους σεινάμενους με τα κασκόλ τυλιγμένα στο λαιμό. Ξέρω, είναι στυλ θα μου πείτε. Με στυλ και σεξαπίλ λοιπόν. Μα το Θεό ρε παιδιά, δε ζεσταίνεστε; Ο λαιμός σας δεν ιδρώνει με το μάλλινο αυτό πράγμα πάνω σας; Έρχεται ο κολλητός μου σπίτι τις προάλλες. Κρατήθηκα και δεν τον έδειρα. Σαν Ρωμαίο τον έβλεπα κι εγώ ήμουν ο Γαλάτης. Μένουμε σε απόσταση 2 λεπτών ποδαρόδρομο. Επίσης μέρα μεσημέρι. Κρυώνεις ρε μπαγάσα τον ρωτάω. Όχι μου απαντάει. Και το κασκόλ τι το φοράς τότε; Εντάξει μου λέει, είναι και λίγο στυλ, σα γύφτος θα βγω από το σπίτι; Ε λοιπόν πάρτε το χαμπάρι δεν πάμε καλά. Καθόλου καλά. Κατέβαινα κέντρο χθες, πάλι μεσημέρι, προσπερνάω δυο-τρεις κασκολάτους, δηλαδή έχω την αίσθηση ότι απλά το κουβαλάν μαζί τους για να πάνε να κρεμαστούν όπου βρουν, στο πρώτο δέντρο, στο πρώτο φανάρι, κάπου, οπουδήποτε. Αφού λοιπόν τους έχω προσπεράσει, μπαίνω στον ηλεκτρικό και πετυχαίνω έναν γνωστό. Πιάσαμε κουβεντούλα και δυο-τρεις στάσεις παρακάτω μπαίνει πρασινομάτα κορασίδα με το καστανόξανθο το μαλλάκι της και ο φίλος αρχίζει να παθαίνει ένα επικοινωνιακό σοκ ή αν θέλετε μπορείτε να το πείτε και πολιτισμικό. Η κορασίδα φόραγε στενό εφαρμοστό μπλουζάκι με την εξής διάσημη ρήση «nothing to declare». Τι nothing που αυτό το nothing ήταν τουλάχιστον τέσσερα νούμερο (όπως καλή ώρα εκείνο το αγιασμένο θαρρείς στριπτιτζάδικο το τέσσερα στην πειραιώς) κι έβγαζε μάτι. Ο Γιάννης άρχισε να παραμιλά σχεδόν γιατί τόσα χρόνια που τον ξέρω δεν κάνει και τίποτα άλλο σε παρόμοιες περιπτώσεις. Έχει ένα φετίχ ο άνθρωπος. Αναλύσαμε για λίγο το όλο ζήτημα κι εγώ προσπαθούσα να του κάνω μια αναπαράσταση με γενετικούς αλγορίθμους που έχουν τρελό ενδιαφέρον και τρελή δυσκολία αλλά το ενδιαφέρον είναι που μετράει. Τελικά δεν κατάφερα τίποτα, ο Γιάννης είχε συντονιστεί με τους κραδασμούς του τρένου κι όταν διαπίστωσε ότι κατεβαίνει στην ίδια στάση με την κορασίδα με φίλησε σταυρωτά τρεις φορές σαν τους Σέρβους και έφυγε. Εγώ την ώρα την καλή του την είπα, περιμένω τώρα να δω τι θα γίνει κι αν η συνάντηση του θ’ανανεωθεί. Σήμερα είχα συνάντηση με τον πατέρα μου και κατεβήκαμε μαζί στο κέντρο για κάποιες δουλειές, ξεχωριστές για τον καθένα αλλά πήραμε και οι δύο τον ηλεκτρικό. Λέγαμε διάφορα στο δρόμο αλλά δεν αλληθώρισε με καμία κορασίδα στο δρόμο, άρα είναι σε καλύτερο δρόμο από το Γιάννη.

Monday, November 07, 2005

Στου Καπνού Τα Δαχτυλίδια...

Ακούω το ξυπνητήρι κι έχω μια διάθεση να το σοδομίσω. Να το πετάξω στον τοίχο, να κάνει γκελ, να κάνω ψαλιδάκι και να το πετύχω στέλνοντας το στο ταβάνι μετά να σηκωθώ και με τακουνάκι να λακτίσω τα υπόλοιπα κομμάτια τα οποία θα εκσφενδονιστούν προς άγνωστον κατεύθυνση δια την επίτευξη του τέρματος. Το σκέφτομαι λίγο καλύτερα κι αντιλαμβάνομαι πως αν μπορούσα να τα κάνω όλα αυτά τότε θα είχα βάλει κι εγώ γκολ με την Μπαρτσελόνα στον Παναθηναϊκό και τώρα θα βρισκόμουν στη σουίτα κάποιου μεγάλου ξενοδοχείου για να σνιφάρω κόκα και να πηδάω καλοζωισμένα μοντέλα που διαπρέπουν στις διεθνείς πασαρέλες. Οι πασαρέλες ουδεμία σχέση έχουν με τις ακουαρέλες και προφανώς και με τους παίκτες της προσφιλούς σε εμένα ομάδας που μπορούν να χαρακτηριστούν και ως κουρέλες. Και ναι μεν πάνω στις ακουαρέλες ζωγραφίζεις οι δε κουρέλες δεν κατάφεραν να ζωγραφίσουν πάνω στο γήπεδο κι έτσι έμειναν μπουκάλα. Φήμες αναφέρουν ότι αρκετά μπουκάλια ουίσκυ χρειάστηκε ο μεσιε Μάλεζανι για να αντέξει το σοκ της οδυνηρής ήττας αλλά φευ! Κι εδώ που τα λέμε όλοι στη θέση του το ίδιο θα κάναμε γι’αυτό κι εγώ επιλέγω πάντα να ταξιδεύω με πρώτη θέση σαν εκείνη τη διαφήμιση της βέρτζιν που μου θυμίζει το ωραίο τραγουδάκι της μαντόνα like a virgin που τόσο ωραία αναλύεται στην ταινία του κουεντίν ταραντίνο «ρεζερβουάρ ντογκς» μια ταινία που όπως αντιλαμβάνεστε μιλάει για το πρόβλημα της βενζίνης και κατά συνέπεια και του πετρελαίου και μάλιστα για την αλματώδη αύξηση στην τιμή του βαρελιού στο οποίο βαρέλι έριχναν τις τάπες οι παραγωγοί στο Τενεσί για να φτιάξουν το γνωστό απόσταγμα Τζακ Ντανιέλς. Τώρα αν αυτό είναι το ουίσκυ που ήπιε και ο προπονητής του Παναθηναϊκού αυτό δεν το γνωρίζω να σας το πω, σίγουρα όμως ένα ποτηράκι κώνειο αν του το δίναμε θα το έπινε εκείνη την ώρα ή για την ακρίβεια αν τον αρμέγαμε ένα λίτρο δηλητήριο το έβγαζε αλλά αν τον έσφαζες στάλα αίμα δε θα έβγαινε, τα’χει πει άλλωστε αυτά και ο μεγάλος ο Δημήτρης ο Μητροπάνος στο Σ’αγαπώ σαν αμαρτία σε μισώ σαν φυλακή, κόψε με αν θες στα τρία στάλα αίμα δε θα βγει και περιττό να τονίσουμε πως κι εδώ το τρία έχει χρησιμοποιηθεί για να τονίσει αφενός την τριαδική αρχή του Ομήρου, για να χαρακτηρίσει το γνωστό χορό στα τρία με τη συνοδεία κλαρίνου και τέλος για να αποσαφηνίσει πως κι αν φύγει ο μαλεζ κι αν μείνει στα τρία του αφού τα λεφτά τα έχει ήδη πάρει όπως έχει πάρει και το χειροκρότημα κι αμα θ’αντέξει το σκοινί που έλεγε και η πρωτοψάλτη μαζί με τα πιο ωραία λαϊκά που πάσχουν την σήμερον ημέρα, γιατί άραγε και ποια η θέση μας απέναντι σε αυτόν τον άκρατο υπερκαταναλωτισμό που μας οδηγεί τόσο στη φθορά όσο και στην αφθαρσία, ζημιογόνος κατάσταση αν μη τι άλλο που θα μπορούσε να σε οδηγήσει στην πιο απόκοσμη και αποτρόπαια εγκληματική πράξη εις τον αιώναν των αιώνων αμήν.

Sunday, November 06, 2005

Ξέρεις Μαμά...

Γνώρισα τον Κώστα σε κάποια δουλειά μέσω μιας συναδέλφου. Είχε έρθει ένα πρωινό απελπισμένος μ’ ένα φορητό στο ένα χέρι και μια σακούλα πράγματα στο άλλο. Τ’ ακούμπησε πάνω στο γραφείο μου κι αφού συστηθήκαμε άρχισε να μου εξηγεί τα προβλήματα του υπολογιστή τα οποία συνοψιζόταν στο εξής ένα: δεν άνοιγε. Καθώς του έριχνα μια ματιά να δω τι συμβαίνει και γιατί έχει κολλήσει άρχισε να μιλάει με τη συνάδελφο που μας έφερε σ’επαφή και ήταν στο διπλανό από μένα γραφείο. Μια επιβλητική παρουσία με σπάνιο τσαμπουκά για γυναίκα.

Κάποια στιγμή η Χ. τον ρώτησε τι κάνει ο Δημήτρης κι από τη συνέχεια της συζήτησης κατάλαβα ότι ο Κώστας ήταν ομοφυλόφιλος. Ευαισθητοποιήθηκα από τα όσα άκουσα σ’εκείνη τη συζήτηση. Κάποια στιγμή η Χ. τον ρώτησε για το πως είναι οι σχέσεις του με τους γονείς του. Εκείνος της απάντησε ότι έχει χάσει τον πατέρα του αρκετά χρόνια πριν τους αποκαλύψει το «μυστικό» αλλά ξεκίνησε να μας διηγείται το περιστατικό όπου το έμαθε η μητέρα του.

«...Είχαν περάσει και τα χρόνια, ήμουν σίγουρος ότι κάτι είχε καταλάβει και θεώρησα πως όφειλα να της το πω. Να ξέρει ποιος είναι ο γιος της, να μην περιμένει μάταια κάτι που δε θα γίνει... Πήγα από το σπίτι της ένα απόγευμα να πιω καφέ, ήμουν μόνος και καθώς μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων τη διέκοψα και της είπα: Ξέρεις μαμά με το Δημήτρη δε συγκατοικούμε απλώς, είναι κάτι παραπάνω από φίλος μου. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, περίμενα το ξέσπασμα της μητέρας μου αλλά ήταν εκείνη που μ’έστειλε με όσα είχε να μου πει κι όχι εγώ με τα δικά μου. Δεν πειράζει παιδί μου, δεν είδες και ο γέρος ο Καραμανλής πόσα κατάφερε που ήταν τέτοιος;». Γελάσαμε όλοι μαζί. Φοβερή αντίδραση για μία γυναίκα μιας άλλης εποχής.

Τον υπολογιστή δεν κατάφερα τελικά να τον φτιάξω. Του συνέστησα να πάει στην αντιπροσωπεία αν δεν ήθελε να χαθούν τα δεδομένα του. Ο Κώστας κατέβηκε για λίγο κάτω και γύρισε με καφέδες και κουλουράκια για όλους. Η συζήτηση συνεχίστηκε για λίγο ακόμα, οι απόψεις του όχι μόνο δεν ήταν ακραίες όπως ανα καιρούς έχουμε συνηθίσει ν’ακούμε αλλά θα μπορούσε κάποιος να τις χαρακτηρίσει και ως συντηρητικές.

Ο Κώστας λίγο πολύ μας εξέφρασε την ανησυχία του για όλο αυτό το gay κίνημα το οποίο τους υποβαθμίζει σαν ανθρώπους. «Μ’ ενοχλεί που σχεδόν σ’όλα τα gay bars πάνε για γνωριμίες της μιας βραδιάς, οι περισσότεροι ψάχνουν το πήδημα κι όχι κάτι παραπάνω, μ’ενοχλεί αυτή η τόσο έντονη προβολή της σεξουαλικότητας, λες και η μόνη μας διασκέδαση θα πρέπει να είναι να βλέπουμε έναν καλογυμνασμένο πορνοστάρ να κάνει στριπτίζ... Δεν έχω πολλές απαιτήσεις, θέλω μόνο να βγαίνω έξω με το φίλο μου και να μη με σχολιάζουν, δεν κάνω κανένα έγκλημα, δεν πηδιέμαι στο δρόμο, δεν αρχίζω τα γλωσσόφιλα στις καφετέριες, δεν, δεν, δεν...».

Προσωπικά μ’ενοχλεί να βλέπω ένα ζευγάρι να πηγαίνει για ένα καφέ και να ξεζουμίζονται, ειδικά δε όταν είναι και μέσα σε παρέα. Υποβαθμίζεις νομίζω τον έρωτα σου, δεν του δείχνεις τον πρέποντα σεβασμό. Δε λέω να κάθονται σαν παγοκολώνες, φυσικά και θ’αγκαλιαστεί ένα ζευγάρι και θα φιληθεί αλλά δε θα κάνει μόνο αυτό σε μια καφετέρια ή σ’ένα μπαρ. Έχω πετύχει τον Κώστα πολλές φορές στα Εξάρχεια με το φίλο του, σεμνότατοι και οι δύο, σχεδόν ντρέπονται που βγαίνουν.

Δεν είναι κρίμα τέτοιοι άνθρωποι να βιώνουν τον κοινωνικό ρατσισμό επειδή το gay κίνημα λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί; Ο Κώστας σπούδασε φυσικός, έκανε μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη φιλοσοφία και τα παράτησε όλα για να γίνει μεταφραστής επειδή αυτό του άρεσε. Δε ξέρω πολλούς straight που θα έκαναν κάτι τέτοιο, δυστυχώς τον τελευταίο καιρό όσοι ξέρω μάλλον να συμβιβαστούν προσπαθούν παρά να κυνηγήσουν τα όνειρα τους.

Έγραψα αυτό το ποστ με αφορμή μια παράγραφο του προηγούμενου. Δε ξέρω πότε η κοινωνία μας θα τους ενσωματώσει ξέρω όμως τον τρόπο με τον οποίον μπορεί να γίνει αυτό. Ξεκρεμώντας τις ταμπέλες. Αν ξεκινήσουμε να συμπεριφερόμαστε σε αυτούς τους ανθρώπους χωρίς να σκεφτόμαστε τι κάνουν στο κρεβάτι τους θα είναι όλα πολύ καλύτερα και πιστεύω ότι θα σταματήσει και η περιθωριοποίηση τους. Αν τους δούμε σαν απλούς συνάνθρωπους, αν δούμε τα πρεζόνια σαν άρρωστους, αν... Να δω μετά ποιος θα βρεθεί να με ξυπνήσει.

Saturday, November 05, 2005

Ευχαριστώ Κύριε Πρόεδρε

Το τηλεφώνημα αυτό δε μπορούσε να με αφήσει αδιάφορο. Το νέο είχε διαδοθεί αστραπιαία. Ο ένας και μοναδικός Έλληνας προπονητής που έχει γίνει και τραγούδι, σε ζωντανή εμφάνιση στην αθλητική εκπομπή του ΑΝΤ1, ένα κανάλι γνωστό για τον πρωινό καφέ του, τη Λάμψη που τόσο άδοξα και άδικα έκλεισε τον κύκλο της και τα καλλιστεία που προάγουν αν μη τι άλλο τον πολιτισμό μας με όλα τα κορίτσια που θέλουν να μοχθήσουν για την παγκόσμια ειρήνη, για τα παιδάκια στον τρίτο κόσμο και για ένα γαμπρό με καλή προίκα για να μη δουλέψουν περισσότερο στη ζωή τους. Ότι φάμε, ότι πιούμε κι ότι αρπάξει ο κώλος μας δηλαδή και μάλλον ο διαγωνισμός έχει να κάνει με το ποια τον αρπάζει καλύτερα. Είναι αυτό που λέει κι η παροιμία ότι «αυτή αρπάζει πουλιά στον αέρα». Εντάξει η παροιμία λέει πιάνει αλλά στα καλλιστεία γίνεται αρπάζει διότι εκεί όποιος πρόλαβε τον κύριο είδε. Η προσφορά για πιασίματα-αρπαγές είναι μεγάλη κι όποια μαζέψει τους περισσότερους ρούμπους ανακηρύσσεται νικήτρια. Κάτι σαν τα μήλα φανταστείτε που παίζαμε μικροί. Βγαίνει λοιπόν ο Αλέφας και αρχίζει να κάνει τις τακτικές και τα συστήματα του, γουστάρουμε εμείς, λέει και καμία αλήθεια που και που αλλά ποιος να τον πάρει στα σοβαρά τώρα που περάσαν και τα χρόνια, απλώς φροντίζουμε να μας διασκεδάσει για να έχουμε να συζητάμε με τον απογευματινό καφέ και να σχολιάζουμε τα λεγόμενα του αλλά και τη στάση του γενναίου πάνω απ’όλα παρουσιαστή της εκπομπής γιατί ένα θάρρος παραπάνω το χρειάζεσαι για να πάρεις συνέντευξη από τον Αλέφα. Θάρρος και υπομονή γιατί φαντάσου να σε πιάσουν τα γέλια την ώρα που μιλάει. Εκεί σε θέλω μάστορα. Ο παρουσιαστής κατάφερε και κρατήθηκε και στα δύσκολα έριχνε τα σχετικά βιντεάκια διότι πρέπει να τιμηθεί και ο μεσιε πρεζινταντ ο οποίος μας δίνει και το ένα κομμάτι ψωμί, μας βγάζει και στο γυαλί και όχι μόνο. Γιατί άλλοι βγαίνουν στο γυαλί, άλλοι στο κλαρί, άλλοι και στα δύο, είναι και ο γιαλός που στραβά αρμενίζει, χαμός στο ίσωμα δηλαδή. Πετάει το λοιπόν το βίντεο με τις νέες μεταγραφές του Πανελληνίου στο στίβο και βγαίνουν όλα τα φυντάνια ένα ένα στο ρεπορτάζ να μας πούνε πόσο ευτυχισμένοι είναι και πως ολοκληρωθήκαν ως άτομα τώρα που πήγαν στον ιστορικό σύλλογο των Ολυμπιονικών και άλλα τέτοια γλυκανάλατα αλλά από κανενός το στόμα δεν ξέφυγε ο πρόεδρος, «Θέλω να ευχαριστήσω τον πρόεδρο του Πανελληνίου, τον κύριο Μίνωα Κυριακού μπλα μπλα...». Τώρα τους είχαν δώσει τα λόγια να τα διαβάσουν, τους είπαν σκεφτείτε κάτι αυθόρμητο για τον πρόεδρο και πείτε το, δε ξέρω τι ακριβώς συνέβη, σε κάθε περίπτωση όμως καλύτερα να βλέπαμε καλλιστεία για να παίρναμε και μάτι καμία ξεβράκωτη, παρά το ξεβράκωμα των αθλητών. Εντάξει ότι τα ΜΜΕ είναι κατευθυνόμενα το ξέρει και η κουτσή Μαρία (τα μπούτια σου Μαρία, σκοπιά, ΚΨΜ κι αγγαρεία ? για την ίδια Μαρία πρόκειται και μην το γελάτε) αλλά μη φτάνουμε και σε τέτοια εξευτελιστικά επίπεδα ρε γαμώτο. Ο ΑΝΤ1 όταν αναφέρεται στον Πανελλήνιο καταντά πιο γραφικός και από το Magic όταν μιλάει για τον Ολυμπιακό. Άσε που με το Magic γελάς κιόλας. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω και τον πρόεδρο κύριο Μίνωα Κυριακού που σπονσοράρει αυτό το blog διότι η αρνητική διαφήμιση είναι πάντα και η καλύτερη διαφήμιση και να μην παραλείψω να σας πω ότι τη Δευτέρα το πρωί στην εκπομπή του Γεώργιου Παπαδάκη θα βγω σε ζωντανή ανταπόκριση από τη στάνη ως ο πρώτος τσέλιγκας μπλόγκερ που’χει ασύρματη ευρυζωνική σύνδεση στη στάνη του. Μη λείψει κανείς. Και κάτι έκτακτο. Μόλις τηλεφώνησε μια κυρία η οποία κάτι είπε αλλά δεν άκουσα καλά. Της ζητάω λοιπόν να επαναλάβει κι ακούω έκπληκτος «Ναι Κρεπερί Νικόλας εκεί;». Της εξήγησα ότι αν γουστάρει καμία κατάσταση με κοκορέτσια, σπληνάντερα, φρυγαδέλια, γαρδουμπίτσες και αρνιά στη σούβλα θα τη βρούμε την άκρη. Ειδικά όταν της τόνισα ότι διαθέτουμε και σούβλες κατά παραγγελία την άκουσα ν’αναστενάζει ενθουσιασμένη και κατά τα φαινόμενα και ερεθισμένη, διότι εμείς οι βλάχοι όπου λάχει. Εγώ βέβαια ως σαρακατσάνος δε μπορώ να ενστερνιστώ το βλάχικο τρόπο αλλά ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Κι έτσι τα πράγματα πήραν τη δική τους μοναδική (όπως πάντα άλλωστε) τροπή την οποία δε μπορείς να την πεις και συναρπαστική, μία ντροπή όμως τη νιώθεις και ως άνθρωπος και ως εκπρόσωπος του κλασικού αθλητισμού σε διάσημα σπορ όπως η κρεατοφαγία, το ράψιμο αρνιού αλλά και το γδάρσιμο, το οποίο όμως τα τελευταία χρόνια τείνει να εκλείψει από την μεγάλη εμφάνιση σφαγείων τα οποία οργανωμένα πλέον διεκδικούν το δικό τους μερίδιο στον πρωταθλητισμό καθιερώνοντας τούτο το περιβόητο άθλημα ως ομαδικό και όχι ως ατομικό όπως το γνωρίσαμε και κυρίως όπως το αγαπήσαμε. Διότι το οργανωμένο σφαγείο κύριε μπορεί να προάγει τη δημόσια υγιεινή αλλά με τόσα σκατά που τρώμε και μας τα δείχνει ο μεσιέ Εισαγγελάτος κάθε Τετάρτη βράδυ, μπορεί να είναι και Πέμπτη δεν είμαι σίγουρος, τ’αγνά αρνάκια της αθάνατης ελληνικής επαρχίας σας πείραξαν; Ενίσταμαι κύριε πρόεδρε, ενίσταμαι. Θα μπορούσα να πω και εξίσταμαι αλλά αυτό το ξου δε μου αρέσει πολύ, ποτέ δεν το συμπάθησα ως γράμμα αλλά γενικά θαρρώ πως και η συμπάθεια είναι γένους θηλυκού κι επομένως θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως πλανεύτρα με τα πέπλα της λες και πρόκειται να μας κάνει έναν οριενταλ χορό κι εμείς μετά να τραγουδήσουμε τραγούδια για την αγροτιά όπως το Κιλελέρ με τον ακατανόμαστο πλέον (τα’χουμε ξαναπεί αυτά) Διονύση Σαββόπουλο γνωστό στην πιάτσα και ως τζαμπατζή διότι το γύφτουλας θα προσέβαλλε την τιμή και την αξία των απανταχού γύφτων από τη Γιάννουλη Λάρισας μέχρι τον Πύργο της Ηλείας όπου αν θυμάμαι καλά κατοικοεδρεύει και ο πρόεδρος των τσιγγάνων. Πρόεδρος κι εκεί! Πήξαμε στους προέδρους και θα πρέπει να σας αφήσω τώρα για να προεδρεύσω και να προοδεύσω επί της συνόδου κορυφής που θα λάβει χώρα σε γνωστό στέκι του οποίου το όνομα δε γνωρίζω ακόμη αλλά που θα πάει, που θα πάει που θα βγει θα γυρίσει και για εμάς η παλιοζωή και θα δούμε και καλημέρα ζωή στο κανάλι του προέδρου που μας κρατά συντροφιά από τις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα αν επίσης θυμάμαι καλά και πάλι καλά που έχουμε και πρόεδρο διότι ο Παναθηναϊκός από τότε που έχασε τον πρόεδρο του πάει κατά διαόλου γιατί ένας άλλος πρόεδρος τα έκανε πλακάκια με κάτι άλλους προέδρους και έγινε γενικά της προεδρίας το κάγκελο. Αφιερώνω λοιπόν στους απανταχού προέδρους όλου του κόσμου το «Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί, τα πρόβατα στη στρούγκα» και τους καλώ στον χορό των Σουλιώτισσων μπας και ησυχάσουμε δια παντός.

Η Θεια μου η Νικολάκαινα...

Χαιρετώ άπαντες και καλημερίζω διότι μια καλημέρα είναι αυτή πες την κι ας πέσει χάμω, για να τη σηκώσει ο επόμενος ή να την τσαλαπατήσει ο μεθεπόμενος μεγάλη σημασία τώρα πια δεν έχει, διότι και η ώρα είναι περασμένη και τα φύλλα έχουν πέσει αλλά και τα πρωτοβρόχια ήταν στην ώρα τους λίγο βαρβάτα μεν τακτικότατα δε, πως να τα κατηγορήσει κανείς; Διότι η τάξη και η ηθική είναι δύο αξίες οι οποίες θα πρέπει να μας στιγματίσουν αιώνια ως έθνος και ως λαό γενικότερο γιατί ο λαός ναι μεν είναι σοφός και το αποδεικνύει με τις ανα καιρούς πετυχημένες παροιμίες του κι εδώ θα ήθελα να κάνω μία παρένθεση σχετική όμως με το θέμα. Γιατί νομίζετε λέμε λαϊκός τραγουδιστής; Επειδή ψωνίζει στη λαϊκή όπως και όλοι οι άλλοι άνθρωποι; Όχι δεν είναι αυτός ο λόγος αν και στη συγκεκριμένη κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε τον μεσιε Δήμο Μυλωνά με το τρισμέγιστο άσμα του «Που’σαν μωρό μου εχθές που σε πήρα οκτώ φορές και δεν ήσουνα εκεί ? είχα πάει λαϊκή». Να κάνω άλλη μία παρένθεση εδώ και να εξιστορήσω ιστορικό γεγονός ή γεγονός που εκτυλίχθηκε εν πάσει περιπτώσει μια ιστορική μέρα για την Ελλάδα κι εγώ βρισκόμουν σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς ή και ταλαιπωρίας όπως θέτε πεστε το, ουδεμία διαφορά δεν κάνει. Θαρρώ πως ήταν ένα μπλε λεωφορείο, δηλαδή ένα γαλάζιο λεωφορείο, επομένως «τα δικά μας» λεωφορεία, τίγκα στη διαπλοκή σε αφήνουν αυτά στη στάση που θέλουν, παίρνουν μόνο από τις στάσεις που γουστάρουν, ένας κακός χαμός γενικά ε και σ’ένα τέτοιο μέσα ήταν ο χαροκαμένος οδηγός όπως ο μονόλογος του άφησε να εννοηθεί. Το γνωστό λοιπόν άσμα του Δήμου του Μυλωνά παραφράζοντας ο μεσήλιξ οδηγός (Ο μεσήλιξ ήταν ήρωας του Αστεριξ και είναι το νόθο παιδί της γυναίκας του Μαθουσαλίξ με τον ίδιο τον Αστεριξ αλλά αυτό δε θα ήθελα να το θίξω σε αυτό το σημείο γιατί αφενός θα βγούμε εκτός θέματος κάτι που δε μας χαλάει μεν αλλά πρέπει να κρατάμε και τους τύπους δε για να μη μας κακολογήσει και κανένας κακεντρεχής, αφήστε που υπάρχει και το ΕΣΡ το οποίο είναι κι αυτό μια κάποια λύση ωσαν τους Βαρβάρους του Καβάφη και μπορεί να μας πάει σούμπιτους μέσα γι’αυτό σου λέω άσε να μείνουμε στην πορεία μας και να μην παρεκκλίνουμε από δαύτην διότι οι κακές οι γλώσσες είναι σαν τη λερναία ύδρα, κόβεις τη μία και βγαίνουν άλλες εννιά, οπότε γεμίζουμε με γλώσσες ενώ οι ανάγκες για γλείψιμο είναι σαφώς λιγότερες, αφετέρου ? για να μη ξεχνιόμαστε έτσι;- δε θα ήθελα να καταστρέψω το επόμενο τεύχος το οποίο λίαν συντόμως θα κυκλοφορήσει και σε dvd με την Παρις Χιλτον στο ρόλο της μαντάμ Μαθουσαλίξ να τον παίρνει απ’όλο το γαλατικό χωριό, μιλάμε για μια υπερπαραγωγή που όμοια της δεν έχει ξαναδεί ολάκερη η υφήλιος και γι’αυτό θα πρωταγωνιστήσει και η Μις Υφήλιος 2005 διότι οι ανάγκες στο καστινγκ θα είναι αυξημένες και θα τηρηθεί αυστηρά σειρά προτεραιότητας. Διάβασα κάπου ένα αρθράκι το οποίο μιλούσε για ένα φεστιβάλ ομοφυλοφιλικών πορνογραφικών ταινιών (τσόντες για gay/lesbians δηλαδή) και το παρουσίαζε λες και θα προβληθεί κανένα φεστιβάλ στον Φασμπίντερ. Εντάξει είναι κοινό μυστικό ότι η τσόντα για να θεωρηθεί πετυχημένη χρειάζεται να έχει και υπόθεση αλλά μέχρι εκεί. Μην τα ισοπεδώνουμε όλα και κυρίως μη γινόμαστε προβοκάτορες. Είναι κοινός τόπος ότι η τσόντα δεν έχει εικαστικό ενδιαφέρον ακριβώς επειδή είναι τσόντα, σαφώς και δεν πρέπει να σταματήσει η παραγωγή τους γιατί κάπως θα πρέπει να τη βρει και ο φαντάρος στη σκοπιά, ο προϊστάμενος που δεν του κάθεται η γραμματέας και πολλές ομάδες ανθρώπων ακόμη αλλά μην τα γαμάμε όλα με αυτήν την κωλότεχνη. Να πάω να γυρίσω κι εγώ παρέα με το φιλαράκο μου το Φελίνι καμία τσόντα με ζώα και να κάνουμε φεστιβάλ για την τέχνη στις πορνογραφικές ταινίες κτηνοβασίας. Έχουν ένα μεγάλο παράπονο οι gay, ότι δεν τους θεωρούμε ισότιμα μέλη της κοινωνίας. Αυτό έχει ως αντίκτυπο την περιθωριοποίηση τους με όσα αυτό συνεπάγεται. Θα βρεθεί κάποια λύση; Αμφιβάλλω διότι και οι δύο τραβάνε το σκοινί. Εξ’ άλλου ο «κοινωνικός αποκλεισμός» τον οποίον επικαλούνται αφορά μόνο το κομμάτι της δημόσιας έκφρασης απ’ότι έχω καταλάβει εγώ διότι αν πας σε κάποια δουλειά δεν έχεις πρόβλημα, στα πανεπιστήμια, στις εξόδους σου κλπ. Δεν τρως πόρτα δηλαδή κάπου. Σαφώς και μπορεί να υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση ειδικά όταν κάποιος γνωρίζει ότι ο άλλος απέναντι του είναι gay αλλά αυτό είναι πολύ μπερδεμένο το ζήτημα το οποίο επίσης δε λύνεται εύκολα. Όσο η κοινωνία μας ωριμάζει τα πράγματα ελπίζω θ’αλλάζουν. Και οι gay αλλά και οι straight θα βάλουν μυαλό και θα καταλάβουν ότι απλά πράγματα χρειάζονται για την αρμονική συνύπαρξη τους κι ότι μάλλον οι ίδιοι δυσκολεύουν την κατάσταση. Τέλος παρενθέσεως). Είχαμε μείνει λοιπόν στο φίλο οδηγό ο οποίος και τραγουδούσε με μια ομολογουμένως καλλιτεχνική φωνή «Που’σουνα μωρή καριόλα χτες, που σε πήρα εκατό φορές, και δεν ήσουνα εκεί». Μόνο αυτό, συνέχεια στο ριπιτ, αν ήταν cd θα το είχε λιώσει ο τύπος. Του έδωσε και κατάλαβε λοιπόν με την τύπισσα που δεν ήξερε τον προορισμό της διότι σαφέστατα η κυρία έλειπε κι εδώ κολλάει κι ένας Κώστας Καφάσης με το εξίσου γνωστό «Γέλα Κυρία μου, Γέλα Μαζί μου» αν κι έχω και καλύτερο με τον Δημήτρη τον Κοντολάζο (γιόρταζε τις προάλλες ο Μητσάρας) και το «Ταχυπαλμία» το οποίο σε συνδυασμό με το «Αναστατώνομαι» της Κατερίνας Στανίση συνθέτει μια εκπληκτική τριλογία. Τύφλα να’χει το μέγαρο δηλαδή. Έτσι που λέτε ο οδηγός, φτάσαμε σπίτια μας σώοι κι αβλαβείς παρά την καψούρα και το νταλκά του αλλά εμένα με σημάδεψε το δρομολόγιο εκείνο και αποφάσισα να οργανώσω το φαν κλαμπ του Δήμου του Μυλωνά, μεγάλο ταλέντο. Τεράστιο. Αυτός και η Τζένη Βάνου. Μετά το χάος. Αν δεν υπάρχει ίντριγκα και πάθος όλα τ’άλλα είναι ατμός, αυτό έχω να δηλώσω εγώ και ξέρω ότι είναι μια δήλωση που θα συζητηθεί πολύ στο ΕΣΡ αλλά εγώ θα μείνω πιστός στις δηλώσεις μου, διότι δε μπορώ να κάνω και αλλιώς στην κατάσταση στην οποία έχω περιέλθει, μη λέμε κι ότι θέλουμε. Α επίσης θέλω να δείρω το γείτονα. Στην ίδια πολυκατοικία μένει δηλαδή και τον φωνάζω ασανσερακια. Είναι μεγάλη ιστορία όμως αυτή και δεν αξίζει να την κατασπαταλίσω εδω πέρα που έχουμε πιάσει άλλο θέμα ποιο σοβαρό. Σοβαρότης Μηδέν με το Νίκο Κούρκουλο πρωταγωνιστή και το Νίκο Φώσκολο σκηνοθέτη. Μετά το Ορατότης Μηδέν, είπαν να θυμηθούν τα παλιά με άλλη μια σίγουρη κατα τα φαινόμενα αλλά και κατα τας γραφάς επιτυχία. Το ρόλο που θα έχω εγώ στην ταινία αυτή δε θα σας τον αποκαλύψω ακόμη, θα είναι έκπληξη.
Πες μου τι παθαίνω / Μόλις σ’ αντικρίσω
Τα χάνω και ιδρώνω / Κι όλο κοκκινίζω
Αναστατώνομαι ? αναστατώνομαι / Μαζί σου μάτια μου απογειώνομαι
Και μετά την ευχάριστη αυτή μουσική νότα σας εύχομαι Καλό Σαβ/κο!

Friday, November 04, 2005

Προσοχή στο Γορίλα...

Άκουγα χθες στο ραδιόφωνο για νεκρούς στο Ιρακ. Θυμήθηκα αμέσως την "τρομοκρατική" επίθεση στο Λονδίνο. Τώρα θα μου πεις γιατί χρησιμοποιείς εισαγωγικά ρε μεγάλε; Είναι ένα θέμα το οποίο επιδέχεται μακροσκελούς αναλύσεως αλλά με λίγα λόγια και καλά συνοψίζεται στην παροιμία "όπως έστρωσες θα κοιμηθείς". Κανείς δεν ασχολείται με τους χιλιάδες νεκρούς στο Ιρακ, κανείς δε δηλώνει σοκαρισμένος γι'αυτό που καθημερινά γίνεται εκεί, όλοι όμως ταρακουνηθήκαμε με το αποτρόπαιο γεγονός στο μετρό. Ίσως γιατί στο Ιρακ δεν έχουν μετρό, ίσως γιατί εδώ δεν έχουμε πόλεμο, ίσως που κάνει ρίμα και με το μίσος...

Thursday, November 03, 2005

Τη νύχτα βλέπουν τηλεόραση αλλά...


...το μεσημέρι ακούν ραδιόφωνο!

Σαν πάει ο γύφτος στο παζάρι...


Ου μπλέξεις...

Η αρχή των πάντων...

Είναι πολλά τα λεφτά Άρη

Για μια τρύπια δεκάρα...

Αποφασιστικός όπως πάντα, βάζω στο πρωινό μου εγερτήριο το μεγάλο άσμα του Νίκου Καρβέλα σε ντουέτο με την Αννούλα τη Βίσση «... κι έτσι όπως παίζει δυνατά η μουσική, η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή, boom boom boom, θέλω για ‘σένα πάλι ν’αρρωστήσω, boom boom boom, θέλω σε εσένα πάλι να γυρίσω, boom boom boom, θέλω ο χρόνος πίσω να μου φέρει ξανά το πρώτο μας το καλοκαίρι...» και πετάγομαι χαράματα από το κρεβάτι μου, γύρω στις 11:30 δηλαδή για να προλάβω να πάω και σε καμία τράπεζα να κάνουμε καμία δουλειά.

Μπαίνω λοιπόν στο ασανσέρ όπου πετυχαίνω την αντιπαθητική γειτόνισσα του 4ου ορόφου και αρχίζω να της σιγοτραγουδάω την αξέχαστη επιτυχία του αείμνηστου Τόλη Τσιμογιάννη

«Μην το πεις χαρά μου μη / ότι συναντιόμαστε
μην το πεις χαρά μου μη / πως κρυφά βλεπόμαστε»

Την είδα εμφανώς συγκινημένη, ποιος ξέρει ποια παλιά αγάπη της θύμισα και της έφερα το δάκρυ στα μάτια κι έτσι με το βουρκωμένο βλέμμα την άφησα ν’ ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους σ’ ένα πάνω ? κάτω χωρίς σκοπό αφού προετοιμαζόταν να πάει στη λαϊκή και κρατούσε σφιχτά το άδειο της καρότσι και το κόκκινο χρώμα των νυχιών της ανακατευόταν με το κόκκινο αίμα της που έβγαινε επειδή έσφιγγε τα χέρια της πολύ δυνατά.

Τότε ήταν που μου ήρθε στο μυαλό ο τρισμέγιστος ΛεΠα με τις αξέχαστες επιτυχίες και σκέφτηκα να της αφιερώσω το:

Και νιώθω - νιώθω - νιώθω ? νιώθω
Ταραχή στην καρδιά μου να φέρνει
Ταραχή να με παρασέρνει
Ταραχή, η μορφή της θεέ μου με απειλεί

Αλλά και πάλι δεν ήταν σωστό κι έτσι αποφάσισα να πάω να κουρευτώ.
Δε γαμιέται και η τράπεζα πρωί πρωί με τα σοκολατάκια της.
Φάγαμε και πέντε χθες, άντε να χωνέψεις μετά

Wednesday, November 02, 2005

Το πρώτο βραβείο...


...λογοκρισίας απονέμεται στον μεσιέ Γρηγόρη Ψαριανό. Του τα 'λεγα εγώ ν'αλλάξει ομάδα κι αυτός δε με άκουγε, να τι παθαίνει τώρα. Γουστάρω ΕΣΡ, σήμερα θα πάω από εκεί μια βόλτα για κανένα ταβλάκι, να κόψουμε και καμία ταρίφα να πέσουν και τα μπικικίνια μαζί με τα πιπίνια. Και γαμώ τις φάσεις! Γουστάρω και Κατερίνα Στανίση όμως μη ξεχνιόμαστε, γεια σου ρε Πάνο με τις αφίσες!

Παράκληση για βροχή...


...από γκολ!

Collective Mode

Χθες ήταν των Αγίων Αναργύρων, μεγάλη η χάρη τους, γιόρταζαν οι Κοσμάδες, οι Δαμιανοί και οι Αργύρηδες. Επίσης τα ίδια και στο θηλυκό αλλά μπορώ να σκεφτώ μόνο κάποια Αργυρούλα και όχι κάποια Κοσμούλα ή Δαμιανούλα διότι τότε μιλάμε για έγκλημα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εγώ Κοσμά και Δαμιανό δεν είχα οπότε θα γιόρταζα με το μοναδικό Αργύρη που γνωρίζω το οποίο είναι φίνο αντράκι σαν και μένα πολύ ξηγημένος τύπος. Το θέμα όμως μας δεν είναι οι γιορτές αλλά ο συνειρμός που έκανα με την περιοχή των Αγίων Αναργύρων.

Από εκεί ως γνωστόν ξεκίνησε την καριέρα του το συγκρότημα «κάθε χρόνο διαλυόμαστε αλλά μαζευόμαστε που και που για τη σύνταξη», γνωστοί και ως Πυξ Λαξ. Δε θα ήθελα να επιχειρηματολογήσω ως προς την ποιότητα της μουσική τους η οποία είναι ανύπαρκτη, ούτε για το δανεισμό ξένων μελωδιών και γενικώς όλα αυτά που τους καθιστούν ως ένα από τα πιο λουφαδόρικα γκρουπάκια που πέρασαν απ’ την ελληνική επικράτεια αλλά θα ήθελα να σταθώ στο ήθος τους και γενικότερα στο ύψος των περιστάσεων.

Οι Πυξ Λαξ που λέτε, είναι γέννημα θρέμμα Αγιο-Αναργυριώτες και τα πρώτα βήματα τους τα έκαναν εκεί. Είχα λοιπόν ένα φίλο εγώ εκεί που τους ήξερε, όπως τους ήξεραν και οι μισοί κάτοικοι της περιοχής διότι έπαιζαν live σε κάποιο μικρό μπαράκι εκεί συνέχεια. Για τις παρέες των παιδιών από τους Αγίους Αναργύρους δεν ήταν σπάνιο ν’ακούσεις «Πάλι στους Πυξ Λαξ θα πάμε μωρέ;». Επίσης οι μεγάλοι αυτοί τροβαδούροι εμφανιζόταν σε διάφορα δημοτικά φεστιβάλ για να τους μάθει και ο κόσμος, ν’αγοράσουν και κανένα cdακι μην πάει και χαμένη η επένδυση.

Όλα καλά μέχρι εδώ αλλά η συνταγή άρχισε να χαλάει όταν οι μετοχές τους ανέβηκαν κι άρχισαν να καθιερώνονται στην ελληνική μουσική σκηνή που έχει ρίξει αυλαία εδώ και χρόνια. Το μπαράκι στους Αγίους κόπηκε αλλά ανα καιρούς μετακομίζαν στο μεγαλύτερο (άρα και πιο κερδοφόρο) «Δίπλα στο ποτάμι» χώρο στον οποίο ένιωθαν σαν το σπίτι τους μη διστάζοντας να βγουν μεθυσμένοι στη σκηνή ή μπαφιασμένοι (όχι από τα βάσανα της ζωής αλλά από τα μπουριά στα παρασκήνια).

Κι ενώ στο κοντινό (για την εποχή που οι μετοχές άρχισαν ν’ανεβαίνουν) παρελθόν μιλούσαν σε όποιον θαμώνα του μικρού μπαρ συναντούσαν στον δρόμο, όταν τα πράγματα άλλαξαν ήρθαν σε δύσκολη θέση. Δε μπορούσαν να φύγουν από τους Αγίους γιατί έπρεπε να χτίσουν και ένα προφίλ των απλών παιδιών που δεν την κάνουν από τον τόπο τους μόλις πιάσουν την καλή. Όλοι αυτοί όμως οι παλιοί φίλοι που πήγαιναν τακτικά στο μπαράκι για να τους υποστηρίξουν κι όχι για να ακούσουν τα ίδια τραγούδια για χιλιοστή φορά δημιουργούσαν προβλήματα. Η καθημερινή επαφή μαζί τους είναι αλλεργιογόνος όπως και να το δει κανείς και το Ανδρέας Συγγρός δεν είναι κοντά στους Αγίους αλλά απέναντι από το Caravel ξενοδοχείο το οποίο τους ταίριαζε καλύτερα από κάθε άποψη.

Εν αναμονή του καινούριου τους δίσκου που θα τιτλοφορείται «τα μεθυσμένα χρυσάνθεμα απλώνουν τραχανά μες στο φεγγάρι» πάω να προλάβω στο μετρόπολις εισιτήριο για την πραγματικά τελευταία τους συναυλία ακούγοντας λίγο Αντώνη Βαρδή για να έρθω στα ίσα μου.


Υστερόγραφον: Ακολουθεί αληθινός διάλογος πριν τη δημιουργία τραγουδιού.
-Μαλάκα Μπάμπη τελειώνουν τα λεφτά.
-Ε κάτσε μωρέ μαλάκα να γράψεις κανένα τραγούδι, τι ξύνεσαι όλη μέρα.
-Γιατί ξέρω; Δε μου'ρχεται τίποτα.
-Σκέψου λίγο μωρε μαλάκα, δεν έχεις καμία γκόμενα που να σε παράτησε και να σε πλήγωσε και να νιώθεις άσχημα;
-Ρε μαλάκα Μπάμπη, τις έχω ξεσκίσει όλες τις γκόμενες που είχα. Έχουν γίνει τραγούδια από τρεις φορές η κάθε μία. Μόνο η Αργυρούλα από τη δευτέρα δημοτικού έχει μείνει.
-Μ'αρέσει που λες δε ξέρω κιόλας. Γράψε για την Αργυρούλα ρε μαλάκα, ο πρώτος έρωτας είναι αθάνατος, αυτή σίγουρα σου έχει αφήσει βαθειά σημάδια και δεν το καταλαβαίνεις!
-Εσύ δεν έχεις καμία μοναδική αγάπη;
-Τη μπύρα αλλά μην το κάνουμε θέμα, τι να γράψω δηλαδή "αχ ξανθιά μου χάινεκεν"; Δε λέει.
-Καλά θα γράψω για την Αργυρούλα δε γαμιέται, εσύ βρες τίτλο για το άλμπουμ.
-"Τα ξινισμένα μούσμουλα χοροπηδούν στο γύρο του Θανάτου", πως σου φαίνεται;
-Άψογο, δεν καταλαβαίνω χριστό.
-Ούτε εγώ, όπως πάντα άλλωστε.

Tuesday, November 01, 2005

Ο Σεβάχ

Πρώτο έτος στο παιδαγωγικό, οργισμένο αγρίμι με την αφίσα των doors και του Τσε μοναδική διακόσμηση στο δωμάτιο, ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες μαζί με κάτι κατσαρολικά και χύμα στο πάτωμα δίσκοι και βιβλία. Μια ταλαιπωρημένη κιθάρα μονίμως ξεκούρδιστη, τασάκια πάντοτε γεμάτα με αποτσίγαρα και άδεια μπουκάλια μπύρας στημένα σαν κορίνες του bowling. Ένα εξάμηνο άντεξε εκεί και τα παράτησε όλα, σηκώθηκε κι έφυγε απ’τη Θεσσαλονίκη, ξενοίκιασε με φασαρίες και γύρισε πίσω στην Αθήνα για να μην τσακωθεί άσχημα με τη συνείδηση του.

Πήγε βρήκε το θείο του, στα πρόθυρα συνταξιοδότησης με μια άδεια ταξί που αργά ή γρήγορα θα πούλαγε για να γυρίσει στο χωριό. Την αγόρασε ο ανηψιός κι άρχισε να φέρνει βόλτες στην Αθήνα, σωστός κουρσάρος με το κίτρινο πειρατικό του. Χαλαρές κουβεντούλες με τους πελάτες και το μεροκάματο πολύ καλό αλλά δεν τον συγκινούσε αυτή η ζωή. Χανόταν μες στις διαδρομές, έχανε το είναι του, πνιγόταν κι έπρεπε να βρει μια άλλη διέξοδο.

Βρέθηκε σε μια πιο σκληρή δουλειά, πατατοπώλης σε λαϊκές αγορές. Ξύπνημα νωρίς το πρωί, φωνές όλη μέρα αλλά το χαιρόταν. Κάπου εκεί τον γνώρισα κι εγώ κάνοντας ομηρικές συζητήσεις για τον κόσμο, πηγαίνοντας σε πάρτυ που άλλοτε ήταν ξενέρωτα κι άλλοτε χορεύαμε και πίναμε μέχρι εξαντλήσεως. Ώσπου ήρθε και η Σεβαχούλα του, μία δασκάλα (τι ειρωνικό!) από την Κύπρο και μου διάβαζε τα γράμματα που της έστελνε και σκεφτόταν το μέλλον γιατί μεγάλωνε κιόλας.

Η Σεβαχούλα ήρθε για διδακτορικό στην Ελλάδα κι ο Σεβάχ αποφάσισε να ξαναγραφτεί στο παιδαγωγικό. Οι συναντήσεις μας αραίωσαν, δουλειά και σχολή και συγκατοίκηση με τη γυναίκα, τρία καρπούζια δε χωράν στην ίδια μασχάλη. Πριν πιάσω δουλειά πάντοτε κέρναγε αυτός, ο φοιτητής και ο φαντάρος δεν πληρώνουν μου’χε πει, με τα πρώτα μου λεφτά ήταν ο πρώτος που κέρασα κι ας ήμουν φοιτητής ακόμα.

Ψηλός, αγέρωχος, συνήθως με μούσι, χωρίς μακριά μαλλιά πλέον βρισκόμασταν και κάποιες κυριακές για μπάλα, είχε κι αυτός ελαττώματα, ΑΕΚτσής γαρ, αλληλοπειραζόμασταν και το μεσημεράκι πίναμε τις μπύρες μας για να θυμηθούμε τα παλιά. Για ένα φλας μπακ όπως λέγαμε και για μια παρτίδα βελάκια. Τώρα συνεχίζει αμέριμνος να τραγουδά στα πέλαγα τ’ομώνυμο κομμάτι του Λοίζου...

Στο φιλντισένιο μου μαρκούτσι...