Sunday, June 10, 2007

Πως πέρασα το Σάββατο


Πριν τρία χρόνια περίπου είχα προσπαθήσει να διηγηθώ ένα αγαπημένο Σάββατο σαν να ήταν έκθεση ενός μικρού παιδιού. Το ξετρύπωσα σήμερα και το ανεβάζω.

Εγώ σηκώθηκα το πρωί και πήγα να νιφτώ και είδα ότι η ώρα είχε πάει δώδεκα και πετάχτηκα απότομα και πήρα τηλέφωνο το κορίτσι μου που μόλις είχε ξυπνήσει και κανονίσαμε να συναντηθούμε για να πάμε να αγοράσουμε ρούχα. Δηλαδή εγώ θα αγόραζα κι εκείνη θα τα διάλεγε. Είναι σαν την παροιμία που λέει ο άντρας βασιλεύει η γυναίκα κυβερνά. Τόσο δίκαια πράγματα.

Ύστερα από δύο ώρες βρεθήκαμε στον ηλεκτρικό σταθμό και επειδή κανείς μας δεν είχε φάει σκεφτόμασταν ότι θα έπρεπε να ψωνίσουμε γρήγορα γρήγορα χωρίς όμως να κάνουμε κάποια κακή επιλογή και να πάμε να φάμε. Για τα ψώνια ήρθε και μια φίλη της μαζί για να μη μάθει ο μπαμπάς της ότι έχει αγόρι και τη βάλει τιμωρία.

Πήγαμε σ’ ένα εμπορικό κέντρο και μπαίναμε σε όλα τα μαγαζιά και κάναμε και πλάκες και δοκίμαζα εγώ ρούχα αλλά δοκιμάζανε κι αυτές και ήθελαν να τους πάρω και δώρο μετά και γενικά μας έβλεπε ο κόσμος και μας χαιρόταν, μερικοί μάλιστα γελούσαν κιόλας κι εμείς από ευγένεια και μόνο τους γελούσαμε πίσω ή τους κάναμε να γελάσουν πιο πολύ.

Ήμουνα πολύ περήφανος που το κορίτσι μου ήθελε να μου πάρει ωραία ρουχαλάκια και τα δοκίμαζα όλα μπροστά της και μάλιστα της έπιανα και τον πισινό κι αυτή κοκκίνιζε κι εγώ ένιωθα πολύ ωραία και πήγαινα και σε άλλα δοκιμαστήρια για να την πάρω μαζί μου και κατάλαβα γιατί πραγματικά μπαίνουν δυο δυο πίσω από το παραβάν. Σε πολλά όμως μπαίναν και μόνο γυναίκες δυο δυο και είχα μεγάλη περιέργεια να δω πως είναι να τσιμπάει η μία τον πισινό της άλλης.

Μετά τα ψώνια πήγαμε να φάμε και εγώ είχα 3 τσάντες μεγάλες με πράγματα και τις κουβαλούσα με πολύ χαρά. Πήγαμε σ’ ένα μαγαζί που βρήκαμε ανοιχτό εκεί κοντά και κάναμε μεγάλη πλάκα με τους σερβιτόρους και ήρθαν και δύο φίλοι μου και γελάγαμε όλοι μαζί και γενικά ήταν πολύ ωραία και μάλλον πρέπει να πηγαίνουμε πιο συχνά για ψώνια.

Εμένα το κορίτσι μου όλο με πείραζε και μου κράταγε και μούτρα και φώναζε και φώναζα κι εγώ και της έδινα πολλά φιλιά αλλά εκείνη μου έδινε περισσότερα και ήταν πολύ ζουμπουρλή και γλυκιά και τη χαιρόμουν να τη βλέπω και βασικά χαιρόταν όλοι να τη βλέπουν και ήθελα να την πιάνω κι όλη την ώρα εκεί που βάζει το σουτιέν και την έπιανα κι εκείνη ήθελε αλλά όχι μπροστά σε όλο τον κόσμο αλλά της άρεσε που το έκανα κι αυτό και με εμπόδιζε όμως να το κάνω και μαλώναμε και μετά φιλιόμασταν και όποτε μπορούσε με γαργαλούσε εκεί που μου αρέσει πιο πολύ.

Μετά πήγαμε όλοι σπίτια μας όπου δεν έγινε τίποτα το σημαντικό και απλά πέρασε η μέρα και εγώ σκεφτόμουν αυτά που έγιναν και πήρα και τα ρούχα στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ μαζί τους αγκαλιά και να τη σκέφτομαι.